ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ




(ΑΦΙΕΡΩΜΑ) Ηλίας Γεωργάκης 




















 ''Oι περισσότεροι δεν ξέρουν να τρώνε', μου είπε με σιγουριά ο φίλος μου
 ο Δημήτρης Βασιλίκας. Και συμφώνησα μαζί του. Κατ΄αρχας έχω την άποψη
 οτι για να μάθεις τα καλά ρεστοράν θα πρέπει όχι μόνο να ψάξεις αλλά και
να πέσεις σε 'πατάτες'. Ειδικά στην Αθήνα στα 8 στα 10 μαγαζιά φαγητού
 δεν πρέπει να περνάς ούτε απ΄εξω. Επίσης ο ''έρωτας '' του έλληνα στο
κρέας οδηγεί τους περισσότερους ακόμη και σε ταβέρνες δίπλα στη θάλασσα
 με κρεατικά. Δεν θα ξεχάσω την πινακίδα ταβέρνας στην παραλία του Αιγίου:
 'Ψαροταβέρνα ο Θανάσης-σπεσιαλιτέ γουρουνόπουλο στη σούβλα''!
 Έτσι- και λόγω δουλειάς- έχω μια εμπειρία γευσιγνωσίας,
 διαπιστώνοντας οτι οι ταβέρνες που αξίζουν- με σύγκριση ποιότητας-τιμών
 στην Αθηνα-Πειραιά- ειναι μετρημένες στα δάχτυλα. Φυσικά το ί
διο ισχύει και στη Λευκάδα οπου(ευτυχώς) κρατάει ακόμη μια ποιότητα
και λογικές τιμές- παρόλο την τουριστική εισβολή. Το θέμα μας πάντως,
σημερα, ειναι η Λευκαδίτικη κουζίνα. Και αρχίζω με μια δήλωση του
 Ηλία Μαμαλάκη (το 2008): ''Η Λευκάδα είναι ένα ιδιόμορφο νησί,
είναι και δεν είναι νησί. Έχει ίσως τις τρεις καλύτερες παραλίες της Μεσογείου,
 του κόσμου ολόκληρου, με μια ποιότητα τοπίου μοναδική. Είναι αλήθεια όμως
 ότι γευστικά δεν σηκώνει κάτι κοσμοπολίτικο. Από την άλλη ο καθημερινός
επισκέπτης δεν μπορεί να βρει εδώ παραδοσιακά φαγητά εκτός ολίγων εξαιρέσεων.
Αυτό που πιστεύω ότι χαρακτηρίζει ίσως γευστικά την Λευκάδα είναι μόνο το
 σαλάμι. Έχετε βέβαια και εξαιρετικές φακές που τις μαγειρεύετε με τον δικό σας
τρόπο και κοστίζουν πιο πολύ και από το κρέας. Πιστεύω ότι το θέμα
της κουζίνας θέλει λίγο προσοχή. Έχουν συνηθίσει στην υπάρχουσα
κατάσταση και δύσκολα γίνονται αλλαγές». Αυτα λέει ο Ηλίας Μαμαλάκης ,
τον οποίο η Λευκάδα πρέπει να τον ευγνωμονεί για τις φοβερές τηλεοπτικές
εκπομπές του για το νησί. Και απορώ κι εγω, γιατί οι τοπικές ταβέρνες
 δεν εχουν λευκαδίτικα φαγητά. Για παράδειγμα ο μπακαλιάρος μπιάνκο
 αλλα και οι σουπιές με πατάτες στην κατσαρόλα μαζι με το χταπόδι γιουβέτσι
- ειναι καταπληκτικά πιάτα τα οποία ομως δεν σερβίρονται στη Λευκάδα.
 Οπως δεν σερβίρονται όστρακα, αχινοσαλάτα αλλα και γουβιοί αυγοκομένοι.
Ειδη που μας γυρίζουν στην παιδικη μας ηλικία και τωρα τα απολαμβάνουμε
 στην περίφημη ψαροταβέρνα του ''Κόλλια'' στην Αθήνα μαζι με ζαργάνες,
χέλια, γουβιούς, αυγοτάραχο, φούσκες, χάβαρα, κυδώνια ,καβούρια,
γυαλιστερές αλλα και πετροσωλήνες και πίνες. Και... αφήνω την εκλεκτή
 Λευκαδίτισσα Εύη Βουτσινά (μαγείρισσα–συγγραφέας) να ξετυλίξει
τη δική της άποψη για την Λευκαδίτικη κουζίνα: '' Η παραδοσιακή
 μαγειρική της Λευκάδας ασκούνταν αδιάλειπτα σε όλο το νησί μέχρι
 και τη δεκαετία του ’60. Μέχρι τότε η επικοινωνία με την υπόλοιπη
Ελλάδα ήταν δύσκολη και συνεπώς η μαγειρική στηριζόταν στα τοπικά
 προϊόντα. Καταρχάς, πρέπει να διακρίνουμε τη μαγειρική της χώρας
 (της πόλη της Λευκάδας) απ’ αυτή των χωριών. Στην πόλη οι κάτοικοι
 ήταν ψαράδες, μικροέμποροι, επαγγελματίες στην πλειονότητά τους
 και δεν είχαν δικές τους καλλιέργειες. Τα υλικά του μαγειρέματος,
 όπως και το ψωμί, τα αγόραζαν. Μόνο ένας μικρός αριθμός αρχόντων
 (μεγαλέμποροι και κτηματίες) είχε μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής
. Στα χωριά τα νοικοκυριά έπρεπε να είναι αυτάρκη, εφόσον ούτε
μαγαζιά υπήρχαν ούτε χρήματα. Οι αγρότες χωρικοί πουλούσαν τα
προϊόντα της παραγωγής τους ή τα αντάλλασσαν με άλλα.

 Κύριο προϊόν του νησιού είναι το λάδι (50% των καλλιεργούμενων εδαφών). Επίσης, παράγεται καλό κρασί από ντόπιες ποικιλίες αμπέλου και λίγα δημητριακά – σιτάρι κυρίως που μόλις επαρκούσε για το ψωμί. Επειδή το νησί είναι ορεινό με ελάχιστα επίπεδα σημεία, οι καλλιέργειες γίνονται σε αναβαθμούς (σκάλες), που υποστηρίζονται με πέτρινες λιθιές οι οποίες δίνουν μια χαρακτηριστική ομορφιά στο τοπίο. Συγχρόνως, αποκλείουν και τη δυνατότητα οποιασδήποτε μηχανικής καλλιέργειας. Λόγω του περιορισμένου εδάφους και της έλλειψης νερού οι καλλιέργειες λαχανικών είναι πολύ περιορισμένες. Το ίδιο ισχύει και για τα όσπρια. Συνήθως μαγειρεύουν χλωρά τα κουκιά, τα φασολάκια και τα αμπελοφάσουλα κ.λπ. και ξεραίνουν τα υπόλοιπα τον χειμώνα. Στο οροπέδιο της Εγκλουβής, σε ένα τοπίο μοναδικού κάλλους, υπάρχουν τα αλωνάκια της φακής. Τόσο στην Εγκλουβή όσο και σε όλη τη Λευκάδα, τη φακή τη μαγειρεύουν με σκόρδα και ρίγανη και την κάνουν πηχτή σαν κρέμα. Τα λαχανικά είναι λίγα αλλά νόστιμα. Μαγειρεύονται με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως γίνονται λαδερά. Στα χωριά, όπου το λάδι προέρχεται από την οικιακή παραγωγή, συχνά προσθέτουν και λίγο «ωμό» σε κάθε πιάτο. Στην ουσία, η θρεπτικότητα του λαδιού εξισορροπεί την έλλειψη σε ζωικές τροφές. Στη χώρα τα λαχανικά αγοράζονται από τα μανάβικα ή από τους πλανόδιους που, με γαϊδουράκι φορτωμένο με κοφίνια, περνούν από τα σοκάκια διαλαλώντας την πραμάτεια τους. Πρόκειται κυρίως για παραγωγούς με περιβόλια γύρω από τη χώρα. Τα άγρια χόρτα είναι άφθονα τον χειμώνα λόγω των ατέλειωτων βροχών. Στα χωριά τα μαζεύουν μόνες τους οι γυναίκες, ενώ στη χώρα κυρίως τα προμηθεύονται από τις Βλάχες Σαρακατσάνες που ξεχειμωνιάζουν με τα κοπάδια τους στον Άγιο Νικόλαο της Ακαρνανίας και έρχονται στη Λευκάδα περπατώντας με τα χόρτα φορτωμένα σ’ ένα μεγάλο τσουβάλι στην πλάτη τους. Οι πίτες στην πόλη δεν είναι τόσο συνηθισμένες, ενώ στα χωριά αποτελούν ένα συνηθισμένο και εύκολο φαγητό. Εκτός από τη λαχανόπιτα με μυρωδάτα άγρια χόρτα, αξιοσημείωτες είναι η ρυζόπιτα, η μακαρονόπιτα (με αυγά, γάλα, λάδι και τυρί) και το μπριάνι, μια πίτα από χοντρά πράσινα κολοκύθια. Χόρτα βραστά ή κουνουπίδι ή λάχανο μαζί με τηγανητά λιανώματα (μικρά ψάρια) είναι ένα πολύ δημοφιλές και εύκολο φαγητό. Τα ψάρια είναι άφθονα, κυρίως στη χώρα όπου εκτός από τη θάλασσα υπάρχει και το ιβάρι με σημαντική παραγωγή εκλεκτών ψαριών. Μαύρες σκορπίνες βραστές με το ζουμάκι τους και μπόλικο κρεμμύδι, ψαρόσουπες, χέλια στο φούρνο με κρεμμύδια και δαφνόφυλλα, παλαμίδες ή μουξινάρια με σκόρδο, πατατούλες και ρίγανη στον φούρνο και στεράδι (αρσενικός μεγάλος κέφαλος του ιβαριού) μαγειρευτό με λαδολέμονο τον χειμώνα και αγουρίδα το καλοκαίρι, είναι μερικά από τα πιο νόστιμα πιάτα! Από το θηλυκό του κέφαλου παράγεται το αυγοτάραχο. Ψάρια και θαλασσινά απολαμβάνουν όλα τα παράλια χωριά, ενώ είναι πιο σπάνια στα ορεινά. Ο παστός μπακαλιάρος και οι παστές σαρδέλες υπάρχουν παντού, καθώς είναι αγαπημένη λιχουδιά όλων των κατοίκων. Τα θαλασσινά μαλάκια και τα όστρακα είναι ιδιαίτερα γευστικά: Σουπιές μαγειρεμένες με το μελάνι τους γαρνιρισμένες με ρύζι, μακαρόνια ή πατάτες, χταπόδια μαγειρευτά ή ψητά στον φούρνο, καλαμαράκια μαγειρευτά με ρύζι ή τηγανητά. Όστρακα, μύδια, χάβαρα (αχιβάδες) και καποσάντοι (χτένια) συνήθως με ρύζι αφθονούν την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Τα όστρακα οι ντόπιοι τα προμηθεύονται και από την Πρέβεζα, από την εκλεκτή παραγωγή του Αμβρακικού, ενώ άλλα θαλασσινά, όπως αχινοί, προσφορίτοι κ.λπ. καταναλώνονται μόνο ως ορεκτικά, όταν υπάρχουν στην αγορά του νησιού, μια και δεν είναι εύκολο να καλύψουν τις ανάγκες μιας πολυμελούς οικογένειας. Τα φρούτα είναι λιγοστά, ανάλογα με την εποχή. Θα βρείτε σύκα και την ντόπια ποικιλία των επιτραπέζιων σταφυλιών «πατρινό», μπόλικα κυδώνια και αμύγδαλα, ελάχιστα όμως εσπεριδοειδή, κυρίως στον κάμπο του Νυδριού. Επίσης, ιδιαίτερα γευστική είναι μια ειδική ποικιλία αχλαδιού (οι ονάδες) με καφέ και ζουμερή σάρκα, κάποια ορεινά μήλα και τα μικρά μυρωδάτα πεπόνια που έρχονται από την Περατιά και την Πλαγιά (την απέναντι κοντινή ακτή της Ακαρνανίας) με το μονόξυλο, λόγω έλλειψης δρόμου. Ευπρόσδεκτο δώρο για τα παιδιά παλιά ήταν οι μπανάνες που έφερναν οι μεγάλοι από την Αθήνα. Τα κρεατικά μαγειρεύονταν κατά κανόνα με ζυμαρικά, ρύζι και πατάτες ή ως σούπες. Στα χωριά το κρέας καταναλώνεται σπανιότερα από ό,τι στη χώρα όπου υπάρχουν κρεοπωλεία και μπορεί κανείς να το αγοράσει όποτε θέλει. Οι κρεοπώλες φτιάχνουν το φημισμένο σαλάμι αέρος και λουκάνικα από χοιρινό. Το σαλάμι Λευκάδος, με ελαφρύ άρωμα σκόρδου και ολόκληρους κόκκους πιπεριού, ταξίδευε από παλιά και έξω από το νησί. Στα χωριάτικα σπίτια έχουν πολλές φορές δυο-τρεις κατσίκες και καμία προβατίνα για το γάλα των παιδιών και το τυρί του σπιτιού. Για οργανωμένη κτηνοτροφία δεν μπορούμε να μιλήσουμε. Μόνο στο οροπέδιο, στους Σκάρους, υπήρχαν μικρά κοπάδια, αλλά η παραγωγή τους ίσα που καλύπτει τις τοπικές ανάγκες. Εκτός από τα κεφαλοτύρια μπορεί να βρει κανείς και σφήνα στα μπακάλικα της πόλης, έναν τύπο (πρόβειας κυρίως) φέτας από την απέναντι ακτή. Στα χωριά δεν υπάρχει η πολυτέλεια του ζαχαροπλαστείου! Πάραυτα, τα σπίτια έχουν όλο τον χρόνο πετιμέζι, σουτζούκια, λιαστές μουσταλευριές και συκομαγίδες, πίτες από ξερά σύκα με αμύγδαλα και μπαχαρικά που τις κρατούν τυλιγμένες σε αμπελόφυλλα. Στη χώρα, εκτός από τα καφενεία όπου μπορεί κανείς να βρει και γλυκά του ταψιού, υπάρχουν δύο τοπικά ζαχαροπλαστεία με εξαίρετα γλυκά, μπακλαβά, κανταΐφι, γαλακτομπούρεκο, κοπενχάγη, αμυγδαλόπιτα και πολλά άλλα ηδονικά αλλά και αυθεντικά κωκ, που όποιος τα δοκίμασε τα έχει αποθησαυρίσει στη μνήμη της καρδιάς. Τυπικό αναψυκτικό αποτελεί η σουμάδα (συμπυκνωμένο σιρόπι από πικραμύγδαλα) που δροσίζει τους περιπάτους του κυριακάτικου απογεύματος μαζί με τα αρωματισμένα με κόλιαντρο παξιμαδάκια. Το παστέλι με αμύγδαλα και το μαντολάτο (νουγκά) με μέλι και αμύγδαλα είναι αποκλειστικότητα των κουρέων, καθώς τα φτιάχνουν οι ίδιοι και η συνταγή τους παραμένει επτασφράγιστο μυστικό. Τα πουλούν τυλιγμένα σε σελοφάν, έξω από τα κουρεία, σε μαρμάρινο τραπεζάκι, αραδιασμένα μέσα σε γυάλες, σε δυο μεγέθη. Εν συντομία αξίζει να αναφερθούμε και στα μικροπράγματα που πωλούνται στην πόλη της Λευκάδας ως σνακ. Τον χειμώνα μπορεί κανείς να βρει μικρά βρασμένα καβούρια από το ιβάρι, ζεστά γεμάτα αυγά. Την άνοιξη, βρασμένες μικρούτσικες άγριες αγγινάρες, τις κουκούτσες. Το καλοκαίρι εκτός από τα γνωστά πανελληνίως ψητά καλαμπόκια, μπορεί κανείς να αγοράσει μικρά ματσάκια από ρεβιθιές με χλωρά καταπράσινα ρεβίθια εδώ κι εκεί. Καταλήγοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι η Λευκάδα με το ιδιαίτερο τοπίο και το μοναδικό φως της, που το ύμνησαν ο Σικελιανός και ο Βαλαωρίτης, έχει μια έντονη γευστική ταυτότητα, ανάλογη με την πνευματική και λαϊκή παράδοσή της''. Αυτα εγραψε η Ευη Βουτσινά με το εκπληκτικό της βιβλίο για τα Λευκαδιτικα μαγειρέματα. . Και ιδου τωρα μερικές από τις παραδοσιακές συνταγές και γεύσεις της Λευκάδας: •ο κόκκορας μακαρονάδα    •το φρυγαδέλι (συκώτι στην σούβλα)•τα λαδοκούλουρα  •η αλιάδα (σκορδαλιά)  •τα λαθίρια (ή λαθούρια)•η σαλαμούρα   •οι κολοκυθοκορφάδες (κολοκυθοανθοί με σκόρδο, πατάτες και ντομάτα)•τα τσιγαρίδια (ποικιλία από χόρτα, τσιγαριστά)•ο βακαλάος βραστός με πατάτες και κρεμμύδια (μπακαλιάρος Μπιάνκο)•η ριγανάδα (βρεγμένο ψωμί με ρίγανη, αλάτι και λάδι/ξύδι)•  αυγόπιτα (πίτα με αυγά και τυρί)•το σοφιγάδο (μοσχαρίσιο κρέας με κυδώνια)  •το σαβόρο (ψάρια με σταφίδες)•το κυδωνόπαστο (γλυκό κυδώνι με αμύγδαλα) •η χαβαρόσουπα (χάβαρα - είδος αχιβάδας - με ρύζι)  •η μαριδόπιτα  •σουπιές με σπανάκι   •κουνέλι στιφάδο Μερικά από τα τοπικά και παραδοσιακά προϊόντα της Λευκάδας είναι τα εξής: •η λαδόπιτα (χουσμερί), λευκαδίτικη πίτα με κύρια συστατικά το αλεύρι και το λάδι, χρησιμοποιείται και την Πρωτοχρονιά ως παραδοσιακή Βασιλόπιτα. •το ροζολί, πρόκειται για ένα λικέρ σε κίτρινη απόχρωση•οι φακές Εγκλουβής, που παράγονται στο ομώνυμο ορεινό χωριό της Λευκάδας•το σαλάμι και τα λουκάνικα Λευκάδος•μέλι από θυμάρι, που παράγεται στα χωριά Αθάνι και Δράγανο στον δρόμο προς την παραλία Πόρτο Κατσίκι•παστέλια και μαντολάτα•σουμάδα, πρόκειται για αναψυκτικό με πικραμύγδαλο •ελαιόλαδο   •κρασί από την σπάνια ποικιλία σταφυλιών Βερτζαμί•αβγοτάραχο, από το ιβάρι της λιμνοθάλασσας  


     Λευκαδίτικεσ Συνταγές

        My Lafkada chef.









..




























































































Μουστόπιττα !!





Γλυκό σταφύλι




 


μπιφτέκια λαχανικών




Μακαρονόπιττα


Τμάτς Λευκαδίτικο




lΛευκαδίτικα !!!!elgeorgakis.blogspot.gr



“Εντάξ’ ψ’χούλα μ’ και καλ’νύχτα σ’ τώρα και νά ‘μαστε, καλά να ματάρτομε σ’ τ΄χάρ΄τς, τς κυρά Φανερωμέν΄ς μας“.
Tο γλωσσικό ιδίωμα της Λευκάδας διαφέρει σε πολλά απο το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων νησιών του Ιονίου, έχει βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό και είναι απόρροια του εύθυμου χαρακτήρα των Λευκαδιτών τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά.
Ακόμη και σήμερα στη Λευκάδα χρησιμοποιούν ιδιωματικές λέξεις και τις προφέρουν με το γνώριμο αργόσυρτο καιαλέγρο ύφος, με σήμα κατατεθέν τη συγκοπή συμφώνων.
Ας δούμε ομως ορισμένες χαρακτηριστικές λέξεις από το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα:
Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία
Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα
Αβαντσάρω = έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε
Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο
Αβάρετος = ακούραστος
Αβαρία = ζημιά
Αβασκαίνω = ματιάζω
Αβασκαντήρα = μικρό χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος
Αβγατίζω = αυξάνω
Αβγοκόβω = ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού
Αβέρτο = ελεύθερο, ανοιχτό
Βαβά = γιαγιά
Βαγένι = βαρέλι κρασιού
Βαζούρα = λιποθυμία
Βαΐζω = λυγίζω, γέρνω
Βαντάκα = στίβα ρούχων
Βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις
Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ
Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα
Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης
Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο
Βολά = φορά
Βολεί = χωράει, επιτρέπεται
Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον
Γαδίνι = σουπιέρα
Γαλουρίζω = χαριεντίζομαι με βρέφος
Γάνα = μουντζούρα
Γαρδέλι = καρδερίνα
Γαρμπής = νοτιοδυτικός άνεμος
Γατσούλι = γατάκι
Γεννητσούρια = γέννηση
Γεροκομάω = περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του
Γήπατα = ψυχικό θάρρος
Γίκος = σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα
Γιόμα = μεσημέρι
Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος
Γκέστα = καμώματα, νάζια
Γνούφα = ημέρα ομιχλώδης και υγρή
Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές
Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω
Γουρμάζω = ωριμάζω
Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος
Γρίντζολα = εκνευρισμός
Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον
Γυρολόγος = πραματευτής
Δαύτος = αυτός
Δειλινάω = τρώω ελαφρά
Δελόγκου = αμέσως
Δέμπλα = σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων
Δετόρος = γιατρός
Διακονεύω = ζητιανεύω
Διάφορο = κέρδος, αμοιβή
Δικάει = φτάνει, αρκεί
Δόλι = δόλωμα στο ψάρεμα
Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη
Δρολάπι = βροχή με δυνατούς ανέμους
Έγκαψη = επιθυμία, πόθος
Εκειός = εκείνος
Έμπος = καταρρακτώδης βροχή
Έντεσα = πιάστηκα από κάπου
Έντογια = νάτο
Έντωσα = ανακουφίστηκα
Εξπήριος = έξυπνος
Ζαβά = στραβά
Ζάβγια = μικρή πόρπη
Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο ή τιποτένιος άνθρωπος
Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι
Ζεματάω = καίω
Ζεύκι = φαγοπότι, καλοπέραση
Ζέχνω = είμαι βρώμικος
Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός
Ζόρκος = γυμνός
Ζούδιο = άσχημος
Ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός
Ζωχαδιάζω = νευριάζω
Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση
Θέρμη = πυρετός
Θλυκώνω = σκεπάζω
Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι
Καδένα = αλυσίδα
Κανδέλλα = ξύλινο δοκάρι
Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία
Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά
Κακαρώνω = πεθαίνω
Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος
Καναλίζω = ξεπλένω τα ρούχα
Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων
Καντούνι = στενό σοκάκι
Καρακαϊδόνης = άσχημος
Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά
Καρδαμώνω = δυναμώνω
Λάβα = υπερβολική ζέστη
Λαγιάζω = ησυχάζω
Λακίζω = φεύγω τρέχοντας
Λαλάς = αδελφός
Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη
Λαμπαδιάζω = καίγομαι
Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες
Λαρώνω = ησυχάζω
Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα
Λεβάντες = ανατολικός άνεμος
Λυγδιάζω = είμαι λερωμένος
Λέτσος = ατημέλητος
Λεγάτο = προίκα που δίνεται εγγράφως
Λίβας = θερμός άνεμος
Λίλης = χαζός
Λιρόνι = αλητόπαιδο
Λουφάζω = μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο
Μαγαρίζω = λερώνω με ακαθαρσίες ένα τόπο
Μαέρικο = μαγειρείο
Μακιάζω = λερώνω
Μαλαγάνας = κόλακας
Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία
Μανέστρα = σούπα
Μανίκα = μανίκι
Μαντανία = μάλλινο κρεβατοσκέπασμα
Μαργιόλος = κατεργάρης
Μαρκάς = αγορά
Μαρτούριο = μαρτύριο
Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το πλύσιμο των ρούχων
Μεσάλι = τραπεζομάντηλο
Μεσοφούντι = μεσοτοιχία
Μολογάω = ομολογώ
Μονάτος = ολόιδιος
Μόστρα = βιτρίνα
Μότσα = υγρασία
Μουντζοφλίδι = χαστούκι
Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι
Μουσούδα = πρόσωπο
Μούτελη = λάσπη
Μπάκακας = βάτραχος
Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο
Μπαμπαλίζω = φλυαρώ
Μπαμπαξά = φωνή, λέξη
Μπαρούφα = σφάλμα
Μπασά = είσοδος
Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα
Μπλαθρώνω = λερώνω
Μποκές = ανθοδέσμη
Μπόκολα = σκουλαρίκι
Μπονώρα = νωρίς
Μπουρανέλλος = κάτοικος της πόλης της Λευκάδας
Μπρατσολέτο = βραχιόλι
Μώλος = προκυμαία
Νείρομαι = επιθυμώ, ονειρεύομαι
Νεροτρουλίδα = πολυλογάς
Νετάρω = τελειώνω
Νιόκος = ζυμαρικό, κριθαράκι
Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι
Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον, κέρδος
Νογάω = καταλαβαίνω
Νόνα = γιαγιά
Νότια = υγρασία
Ντάλια = καταμεσήμερο
Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά
Ντόζω = ανακουφίζομαι
Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος
Ντούκια = ασθενής
Ντρίτα = ευθεία, με ειλικρίνεια
Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά
Ξαμώνω = σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις
Ξανακυλάω = υποτροπιάζω
Ξαστοχάω = λησμονώ
Ξαχουρδάω = γλιστράω
Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια
Ξεζορκιάζω = απογυμνώνω
Ξεματόχου = επίτηδες
Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά
Ξεσυνέρια = παρεξήγηση
Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω
Ξομπλιάστρα = κεντήστρα
Ξωθιό μου = μακριά από εμένα
Ολάκαιρος = ολόιδιος
Όρσε = να, πάρε
Όρτη = ορθή όψη υφάσματος
Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι επίτροποι
Παδέλα = μαγειρικό σκεύος
Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά
Παλαμίζω = ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο
Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω
Παπαλιά = χαστούκι
Παπόρι = καράβι
Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος
Παρανομιά = παρανομία
Παρόλα = κουβέντα
Πάστρα = καθαριότητα
Ραπόρτο = αναφορά
Ρεβαρδάρω = διστάζω
Ρεγάλο = δώρο
Ρείπιος = ερειπωμένος
Ρεκάζω = φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο
Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος
Ρεμπελιό = αδιαφορία
Ρεμπεύομαι = επιθυμώ
Ρεντίκολο = γελοίος
Ρίνα = ψιλοβρόχι
Ρόβολο = κατήφορος
Ροδάνι = πολυλογία
Σάγιασμα = στρωσίδι
Σαλαγισμένος = αναστατωμένος
Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει
Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος
Σατράκαλο = παραμορφωμένος
Σάψαλο = γερασμένος άνθρωπος
Σγουμπιάζω = καμπουριάζω
Σελιάρο = χαστούκι
Σεστάρω = τακτοποιώ
Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια
Σκάνιο = πείσμα
Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι
Σόμπολο = μικρή πέτρα
Σορταγιά = τάξη
Σουσούμια = χαρακτηριστικά
Σύξυλος = αποσβολωμένος
Τάλε κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα
Ταχειά = του χρόνου
Τελεύω = βασανίζω
Τζογολί = χαρτοπαίγνιο
Τράω = βλέπω, κοιτάζω
Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος
Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια
Τσάτσα = αδελφή
Τσατσάρα = χτένα
Τσέκια σου = μπράβο
Τσερνιάζω = μουδιάζω
Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα
Τσίμπιος = ανόητος
Τσινάω = δυσαρεστούμαι
Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη κοπέλα
Φαμφαρόνος = πολυλογάς
Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και χειρονομίες
Φάττο = γεγονός
Φελάω = χρησιμεύω
Φινίρω = τελειώνω
Φιόρο = λουλούδι
Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα
Φόρα βία = ατομικά έξοδα
Φόσσα = τρύπα
Φκαρίδα = κατσαρίδα
Φούσκος = χαστούκι
Φρεζές = χωρίστρα στα μαλλιά
Φωτερό = φανάρι
Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα
Χαλές = τιποτένιος
Χαλεύω = ζητάω
Χαμπέρι = είδηση
Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς
Χαρ’ νεμ’ το = επιφώνημα χαράς, αγάπης
Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι
Χαψά = μπουκιά
Χλιός = χλιαρός
Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι
Ψαχουλεύω = ψάχνω
Ψίχα = το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου
Ψόφος = τσουχτερό κρύο
Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω
Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι   -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 ΥΓ1:Δε μ` λες, μωρ` θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.
- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;
- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π` σάρωνα, μου κάστ`κε ότ` άκ`σα τη μουζ`κή.
- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ` τσ` εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ`ς. Δε μ` λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ` άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;
- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν`κοκύρ` μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ`σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ`νε οι Αγγλογάλλ`». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ`χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ`. Δε μ` λες κάνε, τ` αρνί σας το σφάξατε;
- Μπαααα, θειά μ`. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ` ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ`ς, με το ν`κοκύρ` μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!
- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ` Αργύρ` και ξεντριγάρ`σα.
- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να `στενε καλά. Δε μ` λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ`ς. Τι πράμα είν` αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ`, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ`κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ` «διάνα» κι οι ν`κοκυράδες, απ` όπ` βρεθούνε, να τσακίζ`νε στσου δρόμ`ς ότ` παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ` πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;
- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ`ς να `ναι; Έτσ` τα `βραμε απ` τσου παλιότερους, έτσ` τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π` τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ`ς, ο νόντσολος τ` Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ - πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ`ς τα στ`μάρ`ζε πλειότερο απ` τσου τωρινούς και μάλ`στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ`μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ`κή στο παζάρ` απ` τα Χάβρ`κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ` το τσαγκάρ`κό του ο Γιώργ`ς ο Κράλ`ς, Θεός σχωρέστονε κι απ`θώνει καταμεσίς του δρόμ` ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ`ν αλ`φή απόξ`, ξέρ`ς μαρή, π` βάν`νε το λάδ`, μ` ένα φ`τίλ` απάν` στη μσ`ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ`νε οι μουζ`κάντ`δες, σκιαχτήκανε και το βάν`νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ`νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ` άλλο ο μακαρίτ`ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ`ρώτος, π` τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ` λ`πόν!. Και δε μ` λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να `τ`μάσεις; - Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ`, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ`ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ`ν άλλ` τ` αρνί ψ`μένο. Αυτά. Τα ξέρ`ς. Δε (ν)τα ξέρ`ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ`τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ` στ`ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ`νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ` κάν`με, από έσπαλε. Θέλ`νε, βλέπ`ς, άμα το σ`κών`νε, να ρίχν`νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα` χρόνου. Το δ`κό σας θα (ν)το βάλ`τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ`κόνε σου, τ` απολιώρα, πόφερν` αποκλάδια.
- Τι να κάμ`με, θειά μου; Είμαστε βλέπ`ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ` (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ`ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν` αποσώσω κάτ` δ`λειές που τ`ς έχω στ` μέση, μη (μ)πάει κι έρτ` ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ`χο τ` αρνί. - Τότενες, γεια σ` μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ` φαμελιά σου..
(το παραπάνω κείμενο με τίτλο το ‘Κομμάτι΄είναι του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο "Απ` τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992").
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
  ΥΓ:2 Οι μπουρανέλλοι(μπρανέλοι) αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες, γνήσιοι, πνευματώδεις, με κουλτούρα και με ενα μοναδικό χιουμορ. Πρόκειται για προσωνυμία των κατοίκων της πόλης η οποία δόθηκε στην εποχή των Βενετσάνων
(1648-1797). Στη Βενετία υπάρχει το νησί BURANO(με την περίφημη σχολή των δαντελιέρων) το οποίο απέχει μισή ώρα απο το νησί Μουράνο(διάσημο κέντρο υαλουργίας απο τον 11ο αιώνα). Oι κάτοικοι του λέγονται και σήμερα μπουρανέλοι.(buranelli). Μερικοί απο τους ψαράδες του Μπουράνο ήρθαν και στη Λευκάδα οπου βρήκαν μια κατ΄εξοχη πόλη φτωχοψαράδων και τους έδωσαν το όνομα τους. Το προσωνύμιο δόθηκε αρχικά στους ψαράδες της πόλης καθώς και της
Πρεβεζας. Με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκαν έτσι όλοι οι ψαράδες και κατ΄εκταση χλευαστικώς απο τους κατοίκους των χωριών όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Την εκδοχή αυτή για την προέλευση της προσωνυμίας την υποστηρίζει τόσο ο Πανταζής Κοντομίχης οσο και ο Τάκης Μαμαλούκας. Η άλλη εκδοχή υποστηρίζει οτι η προσωνυμία μπουρανέλος προέρχεται απο τη λατινική λέξη urbanus που σημαίνει ευγενής, αστικός(στα Ιταλικά urbano με τίς αυτές ερμηνείες) που με την κατάληξη -ελος γινεται urban-έλος, δ ηλαδή ο ευγενής, ο κατοικος της πόλης που το χρόνο θα παραφθαρεί σε Μπουρανέλο, για να καταλήξει οπως ακουγεται σήμερα: Μπρανέλος. Ωστόσο αυτη η εκδοχή απορρίπτεται γιατι σε καμια αλλη πόλη της Ελλάδος-ιδιαίτερα στα Επτάνησα οι κάτοικοι λεγονται Μπουρανέλοι. Πάντως αυτο που πρέπει να επισημάνω ειναι οτι πριν μερικά χρόνια επισκεπτό μενος το Μπουράνο( μετά το Μουράνο) εμεινα εκπληκτος με την ομοιότητα του νησιού σε συγκριση με την πόλη της Λευκάδας. Το σιγουρο ειναι οτι και σημερα η προσωνυμια μπρανέλος δεν εχει εξαλειφθεί
παρόλο που χάνονται οι παλιοί χαρακτηριστικοι μπρανέλοι.
elgeorgakis.blogspot.gr
2013-03-25