Μια Κυριακή πρωί στο Μόντρεαλ



ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: ΚΥΡ, 12/11/2016 - 18:39 / ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΖΩΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ, ΜΟΝΤΡΕΑΛ,ΚΑΝΑΔΑΣ




Του Ζώη Μαρίνου

Είναι Κυριακή πρωί. Μια ωραία ηλιόλουστη Κυριακή στο Μόντρεαλ, απ’ αυτές που το σπίτι δεν σε κρατάει. Απ’ τις μέρες που το φως σε κάνει να αισιοδοξείς.

Στην μικρή πλατεία (πάρκο, το λένε) της Πορτογαλίας, μια ανάσα από την κοσμοπολίτικη Σαιν Λόρεν, έξω από ένα ταπεινό πέτρινο τριώροφο, έχουν και σήμερα συγκεντρωθεί άνθρωποι κάθε ηλικίας και εθνικότητας.

Αφήνουν λουλούδια, σημειώματα, κεριά, μιλούν χαμηλόφωνα. Κάποιοι γονατίζουν μπροστά απ’ την δρύινη εξώπορτα, κάποιοι κοιτάζουν ψηλά, άλλοι απλώς ταξιδεύουν στις παραμορφωμένες νότες ενός προϊστορικού κασετόφωνου, στην άκρη του πεζοδρομίου, που γρατζουνάει στην ταινία του το So long Marianne και το Dance me to the end of love.

Δεν είναι έπαυλη, ούτε καν σπίτι ενός μέσου εύπορου Καναδού. Είναι ίδιο με την μουσική και την ποίηση εκείνου που κάθε πρωί άνοιγε την εξώπορτα και έπεφτε αμέσως στο στενό δρομάκι της οδού Βαλιέρ.

Εκείνου που πίσω απ’ τις λευκές κουρτίνες στον πάνω όροφο ή στον πάγκο τού απέναντι καφέ έγραψε έναν από τους πιο αισιόδοξους, πιο παρηγορητικούς, πιο προοδευτικούς στίχους που εμπνεύστηκε ποτέ ανθρώπινο μυαλό: «Παντού υπάρχει μια χαραμάδα. Είναι από εκεί που μπαίνει το φως». Τόσο δωρικά και απόλυτα. Και τόσο χαρμόσυνα και λυτρωτικά για όσους ακόμη έχουν μέσα τους μια σπίθα ελπίδας και αντίστασης στον φόβο και στην παραίτηση.

Είναι Κυριακή πρωί και τα βήματα μου μ’ έχουν φέρει έξω από το σπίτι του Λέοναρντ Κοέν. Μικρός αποχαιρετισμός σ’ ένα μεγάλο είδωλο. Σιωπώ ανάμεσα στο πλήθος.

Θυμάμαι ένα εφηβικό πάρτι σ’ ένα προάστειο της Πάτρας. Θυμάμαι τον τρόπο που αγόρια και κορίτσια, γαντζωμένοι στα ηχεία ενός πικ απ, προσπαθούσαμε -με τα φτωχά αγγλικά μας -ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα λόγια του, να σκύψουμε στους συμβολισμούς των τραγουδιών του.

Δεν υπήρχε Διαδίκτυο, ούτε πολλές τηλεοράσεις. Και τα περιοδικά δεν πολυασχολούνταν με τον Κοέν. Δεν είχαμε ιδέα ότι αυτός ο ωραίος τύπος, με την βαθιά κυματώδη φωνή, άραζε τα καλοκαίρια στην Ύδρα και έπαιρνε έμπνευση απ’ το βαθύ γαλάζιο του Αργοσαρωνικού.

Ο Κοέν πέθανε αλλά δεν έφυγε, έγραψε πέντε μέρες μετά τον θάνατό του στην σαββατιάτικη Montreal Gazette ο Άντριου Πότερ. Και όσοι σήμερα το πρωί είναι συγκεντρωμένοι στην άσημη οδό Βαλιέρ, στην εξώπορτα αυτού του απαράμιλλα αισθαντικού Καναδού, δεν μοιράζονται ένα πένθος. Αλλά το δικαίωμα σε μια κληρονομιά.

Πιάνω τον εαυτό μου να στριφογυρίζει σ’ ένα σωρό κοινοτυπίες ενώ αυτό που θέλω να πω είναι απλό και κρυστάλλινο: Ο Κοέν, όπως και ο Ντύλαν, έμαθαν τρεις γενιές Ελλήνων, ότι η μουσική δεν ακούγεται μόνο. Διαβάζεται κιόλας. Μέσα απ’ την αλληγορία των στίχων. Μέσα από τα πυκνά νοήματα, απ’ τον ταξιδιάρικο χορό που σκαρώνουν οι νότες όταν ανεβοκατεβαίνουν στο πεντάγραμμο. Σαν μια καταγωγική ηδονή σ’ έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, αισθήματα και καλοπροαίρετες προφητείες.

Κάποτε κάποιος έγραψε ότι οι καλλιτέχνες χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που υμνούν τα αισθήματα και σ’ εκείνους που μιλούν για το μέλλον. Ο ποιητής απ’ το Μόντρεαλ στέκεται ακριβώς στην μέση. Σαν να ήταν, μ’ έναν τρόπο, αυτός ο προορισμός της ζωής του.

Να μοιράζεται, να συγκερνάει, να σχοινοβατεί, να αναμετράται με τον εαυτό του. Και να γράφει. Να γράφει ασταμάτητα. Όχι γιατί τον ευχαριστούσε. Αλλά, μάλλον, γιατί το γράψιμο ήταν η μόνη ασφαλής οδός ανίχνευσης της ίδιας της ψυχής του. Η ψυχοθεραπεία του και μαζί η αυτόψυχανάλυση του. Και μαζί όσων τον άκουγαν. Δηλαδή, η δική μας.

Γίνομαι αινιγματικός. Και είναι πρωί Κυριακής. Μιας ηλιόλουστης, πεντακάθαρης Κυριακής στο Μόντρεαλ. Πίσω απ’ τις κουρτίνες στο μικρό τριώροφο είμαι σίγουρος ότι κάπου υπάρχει ένα στενό γραφείο. Μια πένα και λευκά χαρτιά. Έξω ο κόσμος τον αποχαιρετά. Και εκείνος, με την κιθάρα του στο πλάι, εξακολουθεί να μουτζουρώνει τις κόλλες, να γεμίζει το καλάθι του και να ξαναλέει ότι «το γράψιμο δεν ήταν ποτέ μια γοητευτική διαδικασία. Σκέφτεσαι πολύ. Και πρέπει να σκέφτεσαι ακόμη περισσότερο, να βρίσκεις τρόπους να σκάψεις πιο βαθιά. Βαθύτερα απ’ ότι σε βολεύει».

Σε λίγο ο χώρος μου τελειώνει. Και δεν ξέρω πως ακριβώς να κλείσω.
Ποιόν απ’ τους δυο Κοέν να επικαλεστώ. Τον Λέοναρντ; Που έλεγε ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος για τρία πράγματα: Να γεννηθεί, να παντρευτεί και να πεθάνει. Ή τον γιό του Άνταμ; Που όταν ήρθε η στιγμή να κατευοδώσει τον πατέρα του τον ευχαρίστησε για ένα πράγμα. Που τον έμαθε ν’ αγαπά βαθιά δυο μέρη, το Μόντρεαλ και την Ελλάδα;

http://www.greekpost.ca 

Δεν υπάρχουν σχόλια: