314' με την Εύη Βουτσινά

θ3.7.2013 | 13:14 

                   314' με την Εύη Βουτσινά
                  Ένα από τα πιο αγαπητά και σπάνια 
                  πρόσωπα της ελληνικής
                γαστρονομικής σκηνής μιλάει αποκλειστικά στη LiFO.

                                       ΚΕΙΜΕΝΟ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: M. HULOT  





 Η κυρία Εύη Βουτσινά δεν είναι απλώς μια γυναίκα που ασχολείται
 με το ελληνικό φαγητό. Το έργο της είναι πολύτιμο και μοναδικό.
 Γράφει χρόνια για τους θησαυρούς της ελληνικής κουζίνας 
σε εφημερίδες και περιοδικά, έχει γράψει εξαιρετικά βιβλία-μελέτες
για το ψωμί, τον κρόκο, τη μαγειρική της αστικής τάξης, 
έχει κυκλοφορήσει μια τετράτομη καταγραφή της ταπεινής ελληνικής
 κουζίνας που κρύβει απίστευτο πλούτο και εκπλήξεις και έχει 
συγκεντρώσει τα άπαντα για την ελληνική πίτα σε έναν τόμο
 400 σελίδων που περιμένει δύο χρόνια για να εκδοεί. 
Και άλλα πολλά. Η κυρία Βουτσινά ερευνά μεθοδικά 
και συστηματικά τα τελευταία 17 χρόνια από άκρη σε άκρη
 την Ελλάδα για να ανακαλύψει τις ρίζες των φαγητών και γνωρίζει
όσο λίγοι την ιστορία του κάθε υλικού και την πορεία τους 
μέσα στους αιώνες. Στο σπίτι της μας υποδέχεται με τζέλο
 από κούμαρα και ένα απίθανο γλυκό από χιώτικα νεράντζια,
 πορτοκάλια και ροζ πιπέρι και αρχίζει να μας διηγείται ιστορίες
 από τα ταξίδια της στην ελληνική επικράτεια, που τις ακούμε
 με ανοιχτό το στόμα. Λίγο πριν ξεκινήσει τις διηγήσεις μας
 δίνει τη συνταγή για το πιάτο που ο Περικλής Κοσκινάς
 (ο Αθηναίος της εβδομάδας) βρήκε συγκλονιστικό,
 τα κουκιά με μεδούλι. 
«Χρειάζεσαι τέσσερα κομμάτια μοσχαρίσιο κόκαλο με μεδούλι.
 Μουσκεύεις τα κουκιά για ένα βράδυ, τα ξεφλουδίζεις,
 τα βάζεις στην κατσαρόλα με τα κόκαλα, ένα κρεμμύδι 
τριμμένο και λίγο σκόρδο, αλάτι και πιπέρι. 
Τα αφήνεις να βράσουν μέχρι να μαλακώσουν και να πιουν το ζουμί τους

. Φτιάχνω και ρεβίθια με κόκαλα και μεδούλι. 
Είναι παραδοσιακό φαγητό. Τα έχω καταγράψει σε ένα χωριό 
της Δράμας. 
Έχουν μοσχάρια κι επειδή δεν πετάνε τίποτα, χρησιμοποιούν και τα
 κόκαλα.
Έφτιαξα κι εγώ μια παραλλαγή με κουκιά. Ξερά κουκιά».
 Μετά αστειεύεται με το όνομα της γυναίκας που της είπε τη συνταγή:
 Αγοραστή Πιστόλα. «Το φαγητό, εκτός από βιολογική ανάγκη,
 είναι και η δουλειά μου» μας λέει. «Η δουλειά μου είναι να
 μαγειρεύω καλό φαΐ για πολύ κόσμο. Καλό φαγητό είναι ένα 
καλομαγειρεμένο, ισορροπημένο γεύμα, οτιδήποτε.
 Μπορεί να είναι ένα λαδερό, μια ομελέτα με λαχανικά,
 δεν έχει σημασία τι, αρκεί να είναι καλομαγειρεμένο,
 καλά ψημένο και ισορροπημένο στα υλικά του.
 Νομίζω ότι ο άνθρωπος αναγνωρίζει το καλό φαΐ.
 Είναι μερικά πράγματα που δεν τα τρώει κανείς, που
 δεν του αρέσουν. Εγώ, για παράδειγμα, δεν τρώω μπάμιες
 και σαλιγκάρια. Κάθε τόσο τα δοκιμάζω, γιατί ντρέπομαι γι' αυτό, 
αλλά μου δημιουργούν μια απέχθεια. Σαλιγκάρια της θάλασσας 
μπορώ να φάω έναν κουβά, που τα έχω συνηθίσει από μικρή. 

  Άρχισα να μαγειρεύω όταν ερωτεύτηκα.
 Μέχρι να φύγω από το πατρικό μου για σπουδές,
 δεν ήξερα ούτε αυγό να βράσω ούτε καφέ να φτιάξω.
 Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη τότε ήταν ένα περιβάλλον το οποίο σε βοηθούσε. 
Πήγαινες στη λαϊκή κι έπαιρνες κρεμμυδάκια και σε ρώταγαν
 "τι θα τα κάνεις, καλέ, αυτά;". 
Και σου 'λεγαν αμέσως να τα φτιάξεις τουρσάκι, να τα φας,
 να ευχαριστηθείς και να πιεις κι ένα τσιπουράκι. 
Στην αγορά ρώταγα τι να φτιάξω στον καλό μου
 και μου απαντούσε ο χασάπης: "Εγώ θα σου πω, καλέ. 
Συκωτάκια και νεφράκια". Και μου έλεγε ακριβώς πώς να τα κάνω. 
Έτσι άρχισα να μαγειρεύω.
 Όταν αργότερα μπήκα στην κουζίνα επαγγελματικά, ήταν αλλιώς τα πράγματα. 
Είχα άποψη. Κι είναι ευτύχημα που ο έρωτας δεν κρατάει πολύ,
 γιατί θα τρελαινόμασταν... 
  Είναι θέμα παιδείας η γεύση, τι μαθαίνεις. 
Όταν ήμασταν παιδιά, η μάνα μου έβαζε το ψάρι στο πιάτο ολωνών.
 Δεν μας το καθάριζε, αλλά δεν ήμασταν ηλίθια να φάμε τα κόκαλα.
 Δώστε σε ένα παιδί τώρα να καθαρίσει ένα ψάρι να το φάει..
. Δεν έχει μάθει να το κάνει.  
 Υπήρχε και μεγάλη περιφρόνηση απέναντι στην ελληνική κουζίνα, 
η οποία, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να υπάρχει. 
Πότε είναι φανερή, πότε είναι υπόγεια. 
  Σπούδασα Αγγλική Φιλολογία, 
αλλά ίσως ήταν μοιραίο. 
Μπήκα στην επαγγελματική κουζίνα σε μια εποχή που
 ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. 
Δεν υπήρχαν τότε νέοι άνθρωποι με άποψη για να γίνουν μάγειροι.
 Μάγειροι γίνονταν όσοι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο,
 που είχαν μαθητεύσει σε έναν μάστορα ο οποίος τους εκπαίδευε
 δίνοντάς τους και φάπες – αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο.
 Επειδή ήμουν των μεταγραφών, έγραφα και σημείωνα 
–και αυτό το είχαν για μεγάλη ντροπή– με ψιλοειρωνεύονταν.
 Μετά, όταν άρχισα να μαγειρεύω, με αποδέχτηκαν.
 Χρειάστηκε χρόνος. Εγώ μαγείρευα και με έναν άλλο τρόπο
 από τον δικό τους, τον οποίο δεν παραδέχονταν. 
Ακόμα και σήμερα συμβαίνει αυτό, αλλά τότε ήταν ο 
κανόνας: υπήρχε ένας μεγάλος διαχωρισμός ανάμεσα στο 
σπιτικό φαγητό και στο φαγητό εστιατορίου. 
Θεωρούσαν ότι το καλύτερο για τα φασολάκια ήταν να τους ρίξουν 
και λίγη ντεμί γκλας σάλτσα, από αυτή που έβαζαν για να ενισχύσουν 
τη γεύση στα ψητά. Εγώ δεν το έκανα αυτό και το 
θεωρούσαν πολύ αιρετικό.
 Μου έλεγαν "μα, αυτό που φτιάχνεις είναι σπιτικό,
 το τρώμε στο σπίτι". Τώρα, ευτυχώς, έχουν μπει στη 
δουλειά αυτή νέοι άνθρωποι που έχουν άποψη, δεν έγιναν 
μάγειροι επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο, είναι παιδιά 
καλλιεργημένα. Δεν μιλάω για τη μόρφωση, που είναι άλλο
 κεφάλαιο και επίσης συντελεί στον τρόπο που θα κάνεις τη
 δουλειά σου, στο πόσο θα καταφέρεις να κρατήσεις άποψη 
και να μην παρασύρεσαι, γιατί η αντιγραφή είναι ο μεγαλύτερος 
εχθρός του μάγειρα, δεν τον αφήνει να εξελιχθεί.
 Το αναφέρω σε αντιδιαστολή με αυτούς που αντιγράφουν
 ένα στυλ και ως προς τη φόρμα και ως προς τη γεύση,
επειδή αυτό είναι αποδεκτό και δεν απαιτεί κανέναν κόπο. 
Υπήρχε και μεγάλη περιφρόνηση απέναντι στην ελληνική 
κουζίνα, η οποία, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να υπάρχει. 
Πότε είναι φανερή, πότε είναι υπόγεια.   
Έβγαλα ένα βιβλίο σε 
μορφή ημερολογίου το 2004, 
που είναι η αστική κουζίνα του 
ελληνισμού. Άστεων Γεύσεις λέγεται και σήμερα είναι, δυστυχώς,
 εξαντλημένο. Καταγράφοντας έβρισκα συνταγές αστικές και 
τις συγκέντρωνα, κι έτσι κατάλαβα ότι οι Έλληνες αστοί υπήρχαν 
εκτός των ελληνικών συνόρων. Αλλά αυτοί μαγειρεύανε ελληνικά,
 παραδοσιακά. Βεβαίως, είχαν άνεση οικονομική και μπορούσαν
 να αγοράσουν ό,τι ήθελαν, δεν είχαν όμως αυτό που 
φαντάζεται κάποιος ότι έτρωγαν κάθε μέρα, π.χ. χαβιάρι 
και φουαγκρά. Όχι, είχαν μια τάξη στο νοικοκυριό. Αν δείτε 
και τα παλιά βιβλία μαγειρικής, αναφέρονται στο πώς η
 οικοδέσποινα θα κάνει φαγητά κατά το δυνατόν καλά και θρεπτικά
 για την οικογένειά της και "εφτηνότερα". Υπήρχε διαχείριση,
 γιατί το χρήμα δεν είναι μόνο για να τρώμε καλά, μπορείς να
 το κάνεις και κάτι άλλο. Υπήρχε αστική κουζίνα. 
 Η αγροτική κουζίνα έχει μερικά φαγιά,
 ιδίως τα εορταστικά,
 τα κυριακάτικα, που έχουν περίπλοκη γεύση. Ας πούμε, 
την κότα με τα δαμάσκηνα, το κρέας με τα κυδώνια ή με σύκα
. Αυτά τα είχαν στο σπίτι λιαστά για να τα μαγειρέψουν
 την κατάλληλη περίσταση. Από την άλλη μεριά είναι τα
 καθημερινά φαγάκια ή τα νηστίσιμα –170 μέρες τον χρόνο
 είναι νηστεία– ή τα ταπεινά (δεν μιλάμε για τον πόλεμο 
που υπήρχε στέρηση). Αυτά έχουν τόση ευρηματικότητα και
 απίστευτες ισορροπίες, που κάθε φορά που τα γράφω 
(εδώ και 17 χρόνια) μου πέφτει η μύτη. Έφτιαξε μια γυναίκα, 
που την επισκέφτηκα ξαφνικά κάποια στιγμή που πήγαινα 
στον Έβρο και επέμενε να με ταΐσει, ένα συγκλονιστικό φαΐ.
 Πήρε κρεμμύδια που είχε πρόχειρα στο σπίτι της, τα έκοψε
 φέτες και τα έβαλε να αχνιστούν. Μετά, βγήκε κι έκοψε απ'
 την κληματαριά δύο τσαμπιά αγουρίδες (ήταν πολύ μικρές 
οι ρογίτσες ακόμα κι ήταν πολύ ξινές), έβαλε κόκκινο γλυκό
 πιπέρι, αλάτι και πιπέρι, και όταν το δοκίμασα, έμεινα ξερή.
 Γλυκόξινο, μία από τις θεμελιώδεις αρχαιοελληνικές γεύσεις
, όπως και το αρμυρόγλυκο. Τώρα το γλυκόξινο το ξέρουν 
όλοι από τα κινέζικα. Στο κρέας με κυδώνια έβαζαν και μία 
κουταλιά μέλι. Κάποτε συνάντησα μια γυναίκα που μου είπε
 ότι όταν πέθανε ο παππούς της, ευχαριστηθήκανε το κρέας 
με τα κυδώνια, «επειδή εκείνου του άρεσε πολύ γλυκό και 
βάζαμε ένα ποτήρι μέλι»! 
Οι πιο πολλοί τρόποι μαγειρέματος 
έρχονται κατευθείαν από την αρχαιότητα. 
Και στο Βυζάντιο τα είχαν αυτά, και οι αρχαίοι είχαν τέτοια.
 Μετά, αντί για μέλι, βγήκε η ζάχαρη. 
Ή έβαζαν πετιμέζι. 
Οι αγροτικοί πληθυσμοί είχαν αυτά που παρήγε το σπίτι και το
 πετιμέζι ήταν ένα σημαντικό υλικό αυτής της κατηγορίας.
 Να σου πω ένα αστείο; Έφτιαχνα κάποτε έναν μπακλαβά με 
φύλλα πλαστά κι έβαζα φιστίκια Αιγίνης μέσα και τον σιρόπιαζα με πετιμέζι.
 Ήταν πραγματικά ένα φίνο πράγμα κι ήμουν περήφανη για την 
ανακάλυψή μου, λες και είχα ανακαλύψει την πενικιλίνη
 Και πήγα μια φορά στα Φάρσαλα 
–σχετικά πρόσφατα μάλιστα
– κι ενώ τελειώσαμε, μετά από πολλές
 ώρες, την καταγραφή, 
λέει μια κυρία προσφυγικής καταγωγής "να σας πω τι μας 
έφτιαχνε η γιαγιά μου όταν της ζητάγαμε γλυκό και την 
παραζορίζαμε; Άνοιγε φύλλα, έφτιανε ένα ταψάκι μπακλαβά 
με τα καρύδια που είχαν στο σπίτι και τον έψηνε στη φωτιά, στη θράκα.
 Τον γύριζε και τον έψηνε. Και ξέρετε με τι μας τον σιρόπιαζε;
 Με πετιμέζι!". Και μουντζώθηκα, γιατί νόμιζα ότι είχα κάνει φοβερή ανακάλυψη. 
  Η ανάγκη σε ωθεί να βρίσκεις πράγματα,
να αξιοποιείς αυτά που
 έχεις με τον καλύτερο τρόπο. Βέβαια, υπάρχει και κληρονομημένη 
γνώση. Αυτό φαίνεται, και οι διαφορές που εντοπίζεις είναι πάντα 
σχετικές με τα προϊόντα, πάντα σχετικές με το γούστο.   
Σε μια καταγραφή μού είπαν μια συνταγή της Βέφας. 
Πρέπει να πηγαίνει κανείς διαβασμένος για να μην την πατήσει!».  

 «Πώς ξεκινήσατε να καταγράφετε;».

 «Κάποια στιγμή, ως μαγείρισσα, κατάλαβα ότι 
ήθελα να αυτοσχεδιάσω. 
Αυτοσχεδίαζα, έκανα διάφορα πράγματα. 
Ο μάγειρας, κάποια στιγμή, όταν πατήσει στα 
πόδια του, αυτοσχεδιάζει. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό 
αυτής της δουλειάς. Ε, εκεί βοηθάνε λίγο και τα γράμματα.
 Κατάλαβα, όμως, ότι αυτά που έφτιαχνα ήταν τύπου παραγαλλικά. 
Αναρωτήθηκα πού είναι η ελληνική ρίζα.
 Γιατί, αν κάτι έχει νόημα 
για μένα που είμαι Ελληνίδα μαγείρισσα,
 αυτό είναι να συνεισφέρω 
στη γενικότερη παράδοση φτιάχνοντας τη δική μου κληρονομιά.
 Κι άρχισα να γυρίζω από δω και από κει, ψάχνοντας να δω αν
 υπάρχουν καταγραφές, να βρω πράγματα παλιότερα. 
Απευθύνθηκα και στην Ακαδημία Αθηνών, αλλά δεν υπήρχε τίποτα.
 Οι φίλοι μου, επιστήμονες σε πανεπιστήμια, μου έλεγαν "μην ψάχνεις, 
δεν υπάρχει καταγραφή της ιστορίας του ελληνικού φαγητού. 
Κι επειδή εσύ το χρειάζεσαι και το θέλεις, εσύ θα το καταγράψεις. 
Και εσύ θα φτιάξεις και τη μέθοδο της καταγραφής". 
Τρόμαξα, πανικοβλήθηκα. Με βοήθησαν στην αρχή, μου εξήγησαν
 τι πρέπει να κάνω κι επειδή στου κασίδη το κεφάλι μαθαίνεις
 μπαρμπέρης, πήγα πρώτα στη Λευκάδα, όπου γεννήθηκα το 
1950 και έζησα μέχρι να φύγω να σπουδάσω. 
Εκεί τρώγαμε παραδοσιακά
. Τι σημαίνει αυτό; Έβγαζαν οι ψαράδες χταπόδι πολύ;
Με έστελνε η μάνα μου στον φούρνο με χταπόδι με πατάτες κι ήταν
 70 ταβάδες με χταπόδια. Άλλος με μακαρονάκι, άλλος με χόρτα, 
ανάλογα με την εποχή και με τα προϊόντα που υπήρχαν. 
Έφτιαξα μια εθνογραφική μέθοδο καταγραφής,
 έκανα γκρουπ από γυναίκες κι ένα ερωτηματολόγιο κι άρχισα
 δειλά-δειλά να ρωτάω σε όλο το νησί για το φαγητό. 
 Είχα πάει σε ένα χωριό στην Κυπαρισσία, 
κοντά στην Καλαμάτα, σε ένα βουνό. Με πήγε μια φίλη μου
 και μου είπε "η μάνα μου είναι πολύ μυστήρια, ιδιότροπη, 
ούτε και ξέρω αν θα σου πει τίποτα". Η γριά ήταν όντως στριμμένη.
 "Δεν ξέρω τίποτα, εμείς δεν είχαμε τίποτα, τώρα έχουν όλα τα καλά..
.". Κάποια στιγμή, όμως, έσπασε. "Δεν ξέρεις, παιδάκι μου, 
τι φτώχεια είχαμε. Ήμασταν 7 παιδιά κι είχαμε μια κατσίκα
. Τι να σου κάνει μια κατσίκα για 7 παιδιά; Εγώ ήμουν η μικρότερη. 
Τρώγαμε το πρωί τραχανά και μου 'δινε η μάνα μου την κατσίκα 
να πάω να τη βοσκήσω. Μικρό παιδάκι ήμουν, 
όμως, και πείναγα. Έτρωγα κάνα γκόρτσο, έβγανα κάνα χορταράκι 
που ήξερα ότι τρώγεται και το 'πλενα στο ρέμα, αλλά ήθελα να 
αρμέξω την κατσίκα και να πιω λίγο γάλα
. Η μάνα μου, που έπρεπε όσο γάλα έβγαζε η κατσίκα να 
το μοιράζει σε εφτά παιδιά, δεν με άφηνε να πάρω μαζί κανένα δοχείο. 
Κι άκου να δεις τι έκανα: όταν περνούσα από τη μουριά, έκοβα
 ένα μουρόφυλλο, το έπλενα στο ρεματάκι κι άρμεγα πάνω λίγο γάλα".
 Να σημειώσω ότι κάναμε αυτοψία με την κόρη της και το μουρόφυλλο
 παίρνει όσο ένα φλιτζανάκι του καφέ. "Έκοβα ένα κλαδί από τη 
συκιά, ανακάτευα το γάλα της συκιάς με το γάλα της κατσίκας, 
γινόταν κάτι σαν τυρί και το 'τρωγα. Πώς μου φαινόταν!". Πήγα αργότερα 
στα Κύθηρα και κατέγραψα 
τη διήγηση μιας κυρίας για το πώς μεγάλωσε τα παιδιά της, έχοντας 
τρεις κατσίκες και δύο προβατίνες για να φτιάχνει λίγο τυράκι
. "Όλα τα έκανα, παιδί μου.
 Και συκομυζήθρα έκανα. 
Τον Αύγουστο, που δεν έχει πολύ γάλα, 
το βάναμε στην κατσαρόλα και μόλις έκαιγε
, είχαμε ένα μπολάκι, κόβαμε μερικά φύλλα
από τη συκιά, ρίχναμε το γάλα τους μέσα κι 
αυτό αμέσως γινόταν τυρί.
 Το μαζεύαμε κανονικά, 
το βάζαμε στην τσαντίλα και το τυρόγαλο το ρίχναμε
 στο γουρούνι, γιατί δεν γινόταν μυζήθρα. 
Το έκανε η μάνα μου, το έκανε η γιαγιά μου."
 Μια μέρα ξεφυλλίζω τον Αθήναιο και όλως τυχαίως 
βλέπω ότι υπήρχε ένας "τυρός οπίας από οπών συκής".
 Παίρνω στο τηλέφωνο την αδελφή μου, που ήταν 
κλασική φιλόλογος, πολύ διαβασμένη κοπέλα,
 και της λέω με μεγάλη χαρά "αχ, τι βρήκα!". 
Τότε μου απαντάει "Γιατί σκούζεις;
 Αυτό είναι στην Ιλιάδα" και μου δίνει την παραπομπή...
 Ακόμα και στη Λευκάδα το έκαναν, όπως έμαθα αργότερα.
 Μου το είπε ένας θείος μου που ζει χρόνια στην Αυστραλία. 
  Είναι όπως τα κουλούρια της Αστυπάλαιας με τον κρόκο.

Τα πασχαλινά, που είναι καταπληκτικά
 τα φρύγουν κιόλας και κρατάνε. Φαντάσου, πήγα εκεί
 Νοέμβριο μήνα που ανθίζει ο κρόκος και είχαν ακόμα
κάποιες γριές κουλούρια μέσα σε ντενεκέ από το Πάσχα. 
Σε όλα τα σπίτια κατέγραψα την ίδια συνταγή με 10 κιλά αλεύρι
 Φτιάχνουν πολλά και τα ψήνουν στον ξυλόφουρνο. 
Τρώνε μερικά μαλακά και τα άλλα τα φρύγουν και διαρκούν. 
Δεν είναι γλυκά. Έχουν τυρί
 φρέσκο, πιπέρι, κανέλα και κρόκο. 
Την έβαλα τη συνταγή στο βιβλίο για το ψωμί, έφυγε
 το υλικό για τον εκδοτικό κι ήταν έτοιμο να τυπωθεί,
 όταν βρήκα στον Αλκαίο, λυρικό ποιητή του 7ου αιώνα π.Χ. στη Λέσβο
, "άρτους τρυφώντες δίπυρους",
πολυτελείς, διπλοψημένους.
 Τους λέμε "τρυφώντες", δηλαδή λουξ, επειδή περιέχουν
 τυρόν, κρόκον, πέπεριν και κιννάμωμον. Ήταν συγκλονιστικό για μένα. 
Παξιμάδια 2.700 ετών. 
Όταν ξεκίνησα αυτήν τη δουλειά, δεν ήθελα να μπλέξω 
με προγόνους, ήθελα να ασχοληθώ με τη στραβομάρα 
μας σήμερα,αλλά έρχονται και πέφτουν μπροστά
 στη μύτη σου.Πώς να τα αγνοήσεις; 

  Η μαγειρική έχει έναν κώδικα 

και βλέπω ότι ο κώδικας είναι ίδιος και στην αστική 
και στην αγροτική μαγειρική, η οποία δεν υπάρχει πια.
 Η μαγειρική είναι προφορική παράδοση, 
τη μετέδιδε η μάνα στην κόρη, 
που τη βοηθούσε να φτιάχνει το φαγητό κι έτσι μάθαινε.
 Όταν αρχίσεις να γράφεις, είναι άλλο πράγμα, είναι συνταγή,
 και για χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχαν συνταγές. 
  Στη Θεσσαλία φτιάχνουν τυρόπιτες 
με πικάντικη φέτα και με σταφίδες.
 Ρωτάω μια γιαγιά πόσες σταφίδες βάζει και απαντάει "όσες έχω".
 Και είναι λογικό. Να μην κάνω τυρόπιτα, δηλαδή, αν δεν έχω 
422 γραμμάρια σταφίδες; Τη ρωτάω "αν είχαμε τώρα εδώ έναν
 κουβά σταφίδες, πόσες θα έβαζες;". Και μου απαντάει "δυο χούφτες"
 Πολλή σταφίδα, τους άρεσε. Και ήταν αρμυρόγλυκη. 
Έφτιαχναν και τυρόπιτες με σύκα λιαστά, με ό,τι είχαν γύρω 
τους διαθέσιμο, όπως και στα μαγειρευτά. Υπήρχε ευελιξία.
Το φαγάκι γινόταν με ό,τι είχε ο κήπος.
 Κολοκυθάκια, φασολάκια
, κολοκυθοκορφάδες, πέντε λουλουδάκια και φτιάχνεται
ένα πράγμα που δεν είναι σκέτο φασολάκι, αλλά ένα πολύ εύγευστο φαΐ
 Δεν κώλωναν δηλαδή. Η παράδοση είναι ρηξικέλευθη. 

Γκουρμέ θεωρώ οποιασδήποτε κατηγορίας πιάτο

 είναι πολύ καλά, σωστά μαγειρεμένο, το τρως και λες "μμμμ...".
 Μπορεί να είναι και χόρτα τσιγαριστά. Δεν με νοιάζει 
τι είναι, φτάνει να είναι τόσο καλά μαγειρεμένο. 
Έχει συνδυαστεί το γκουρμέ με τα φουαγκρά 
και τα τέτοια, αλλά για μένα σημαίνει άλλο πράγμα».  
  «Η παρουσίαση;».

«Η παρουσίαση βρίσκεται σε παγκόσμιο
 επίπεδο, γιατί η γαστρονομία είναι ένας χώρος που παράγει 
και διακινεί πολύ χρήμα. Υπάρχει μια φόρμα με την οποία 
παρουσιάζονται τα πράγματα η οποία είναι δεδομένη και 
διατηρείται από την εποχή της nouvelle cuisine, 
που κατέρρευσε  σύντομα ως κίνημα και το μόνο που 
μας άφησε ήταν αυτό το στόλισμα - το είπε κι ο ίδιος ο Μποτίς, 
που ήταν ένας από τους 5 που την έφτιαξαν. 
Κι έτσι ο άλλος παίρνει ένα τσέρκι και
 στήνει, που σημαίνει ότι πρέπει να έχει κάτι που να στήνεται
 σε τσέρκι. Και στάζει σταγόνες από μια κόκκινη σάλτσα από 
παντζάρι ζουληγμένο, και αυτό είναι χάρμα ιδέσθαι, υποτίθεται
 Για μένα δεν είναι, επειδή, αφενός, είναι ένα πράγμα με το οποίο
δεν έχω καμία οικειότητα και πολλές φορές βλέπω να κακοποιείται 
και η τροφή. Αφετέρου, στα εστιατόρια που καλούμαι πολλές
 φορές να οργανώσω μου ζητάνε κάποια φαγιά. 
Και τα φτιάχνουμε. Και θέλουν να τα στολίσουν με αυτό
 τον τρόπο! Μπορείς να στήσεις 
το στιφάδο με το τσέρκι; 
Και πώς να το παρουσιάσεις; Μα, αν δεν έχει ζουμί, δεν υπάρχει
η σάλτσα, τι στιφάδο θα είναι; Τι δουλειά έχει η τουίλ
παρμεζάνας στο στιφάδο; Ας χρησιμοποιήσουν καλά υλικά, 
φρέσκα και όχι κατεψυγμένα, ας μαγειρέψουν καλά το φαγητό 
κι ας λείπουν οι τουίλ. Και ας μην είναι στολισμένο το πιάτο με αυτό
 τον τρόπο. Βάζω εδώ και χρόνια θέμα ελληνικής αισθητικής στο πιάτο.
 Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, 
μακάρι να το είχα έτοιμο να σας το εξηγήσω, το ψάχνω,

αλλά είμαι σίγουρη ότι διαφέρει από την προηγούμενη όσο 
ο Παρθενώνας από τη Νοτρ Νταμ περίπου. Ακούς να λένε
 "έλα, καημένε, τι είναι ο Παρθενώνας, τέσσερις κολόνες, 
σιγά το πράγμα". Ε, και με το ελληνικό φαγητό συμβαίνει κάτι 
αντίστοιχο. Θέλω να δω τα αγγεία, την αρχαία τέχνη, τα γλυπτά –
 όλα αυτά θέλω να τα αντιστοιχίσω με το φαΐ. 
Το ελληνικό φαΐ 
δεν είχε ποτέ αλαζονεία. Και δεν είχαμε ποτέ αριστοκρατία, ούτε στην
 αρχαιότητα ούτε τώρα. Μη μου πείτε τη Σπάρτη και τους βασιλιάδες
, γιατί αυτοί έτρωγαν χειρότερα απ' τους στρατιώτες.
 Είχαν άλλη κοινωνική δομή. 
Η ασυδοσία δημιουργήθηκε στη Γαλλία, που είχαν τους Λουδοβίκους 
και τα φέουδα. Ο μαρκήσιος ήταν απόλυτος κύριος των πάντων. 
Έλεγε, λοιπόν, στον μάγειρα, που είχε και καμιά εικοσαριά 
παρατρεχάμενους τριγύρω, "θέλω κάθε βράδυ ένα κονσομέ
από 40 αηδονόγλωσσες" και ό,τι αηδόνι κυκλοφορούσε στην 
επικράτεια του μαρκήσιου θυσιαζόταν για να φάει αυτός αυτό το κονσομέ.
 Όταν έγινε η επανάσταση βρέθηκαν αυτοί οι μάγειροι ξέμπαρκοι σε
 μεγάλα αστικά σπίτια, για να ξαναφτιάξουν τα ελάφια γεμιστά με
 φασιανούς, που ήταν κι αυτοί γεμιστοί με τρούφες. Άνοιξαν και 
κάποια εστιατόρια και σκορπίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο κι 
έτσι έγινε το φαΐ της γαλλικής αριστοκρατίας must, λες και ήταν 
αυτονόητο. Οι Γάλλοι χωριάτες, φυσικά, δεν έτρωγαν 
έτσι κι έχουν εξαιρετική κουζίνα.
   Το φαΐ συμπορεύεται με τη φύση. 
Ανάλογα με
 τον τόπο από τον οποίο κατάγεσαι και τι παράγει, τρως. 
Δεν μπορείς να καταστρέφεις τα πάντα γύρω σου.
 Δεν μπορείς να αγνοείς αυτά που έχεις. Στην  Ήπειρο, που έχουν
 κάτι μανιτάρια απίστευτα, οι γριές έφτιαχναν μανιταρόπιτα


 και μανιταρόσουπα. Δεν τα θεωρούσαν λουξ,
 ήταν ένα χόρτο, όπως και τα άλλα άγρια που έβγαιναν και τα μάζευαν.
 Ο θείος μου ήταν χομπίστας ψαράς.
 Ψάρευε κι έφερνε στο σπίτι μας κάτι αστακούς και κωλοχτύπες 
που η μάνα μου έκανε με μακαρόνια για να φτουρήσουν και
 δεν μας έκανε και ιδιαίτερη αίσθηση, δεν είχαμε
 ιδέα ότι τρώμε αστακομακαρονάδα. Σιγά την 
γκλαμουριά. Το ότι έχουμε ονομάσει τα πράγματα και τα 
αξιολογούμε ανάλογα με την οικονομική τους αξία και όχι 
τη γευστική μας έχει καταβαραθρώσει ως ανθρώπους,
 ως προσωπικότητες. Βλέπετε σε τι χάλια είμαστε;
 Δυστυχείς, επειδή δεν έχουμε χαβιάρι! Δεν περιφρονώ 
την κρίση που υπάρχει και τη δυσκολία - πιστεύω ότι 

δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να είσαι άνεργος. 
Είχαμε μάθει να περιφρονούμε τα ταπεινά, ζητώντας τη χλιδή
. Περάσαμε όμως κατοχές και προσφυγιά, με ανθρώπους που 
άρχισαν πάλι από την αρχή κι επιβίωσαν και πρόκοψαν. 
Η γιαγιά μου έμενε σε χωριό και μας έφτιαχνε φαγητό από το τίποτα. 
Άναβε τη φωτιά, έβαζε νερό, λίγη ντομάτα, 
λάδι, αλάτι, πιπέρι, άνοιγε δυο φύλλα, τα έκοβε
 λωρίδες σαν ταλιατέλες, τους έριχνε αλεύρι, 
τις άφηνε πάνω στο πλαστήρι λίγο να στεγνώσουν, 
μετά τις έριχνε μέσα στην κατσαρόλα κι έφτιαχνε ένα
 φαΐ σούζουμο, ούτε σούπα ούτε στεγνό.
 Με δύο φύλλα είχε φαΐ. Λάχανα, ψάρια 

φρέσκα και παστά δεν άφησαν τον κόσμο 
να πεινάσει ούτε στην Κατοχή. 
  Η νέα γενιά, 
λέει, δεν τρώει πια ψωμί. Μα, είναι ψωμί αυτό; 
Ένα σφουγγάρι που το πατάς και πηγαινοέρχεται; 
Το ψωμί το ζυμωτό, με προζύμι, είχε μια ιερότητα,
 τούτο εδώ δεν είναι ψωμί. Αν αφήσεις μια φέτα 
στον αέρα, γίνεται σαν κεραμίδι.  
 Τα σνακ της παιδικής μου ηλικίας τον χειμώνα
 ήταν τα καβουράκια. 
Τα έπιανε κάποιος, τα έβραζε και γύρναγε τις γειτονιές
 στην πόλη της Λευκάδας με την κοφίνα στο κεφάλι 
και τα πουλούσε φωνάζοντας
 "παγούροι Βαρίσιοι, όποιος τους φάει θα γεννήσει".
 Μας έδινε η μάνα μου μια δραχμή κι ένα φύλλο εφημερίδα 
και ο παγουράς μάς έδινε δυο χούφτες. Πολύ πράμα.
 Πρώτα βγάζαμε το αυγό, κρατάγαμε τα ποδαράκια στην 
άκρη και τρώγαμε τον κορμό. Το καλοκαίρι, στην αρχή, 
είχαμε τις κουκούτσες. Τόσες δα αγκιναρίτσες με αγκάθια. 
Τις πουλάγανε, τις είχανε και στα ουζερί για μεζεδάκι, με λίγο αλάτι.
 Τέτοια εποχή, Ιούλιο, μας έβγαζε η μάνα μου
 βόλτα και περνούσε ένας με κάρο κι είχε ματσάκια 
με ρεβίθια χλωρά, πράσινα. Άνοιγες την κάψα κι έτρωγες τον καρπό. 
Ή χλωρές φακές. Άλλα παιδιά σε ορεινά μέρη έβρισκαν αγριοφράουλες.
 Τώρα αισθάνεσαι ότι δεν αξίζει τίποτα. Συνηθίσαμε στο πολύ
. Χάσαμε τις γεύσεις μας. Χάσαμε τον κώδικα της διατροφής.   
Την έχω αγαπήσει την Ελλάδα 
μέσα από αυτήν τη δουλειά, 
αλλά αυτό που έχω αγαπήσει πιο πολύ είναι οι άνθρωποι. 
Κι ανακάλυψα ότι δεν υπάρχει άσχημος τόπος. 
Ακόμα και στη Θεσσαλία, που θεωρείται αδιάφορη, 
έχω βρει ομορφιές. 
Σε ένα χωριό που πήγα για καταγραφή, σε έναν δρόμο δευτερεύοντα, 
όχι στον κεντρικό, είδα στο πεζοδρόμιο να περπατάει μια πέρδικα
 με 5 περδικόπουλα.
 Μια άλλη φορά, στη Βέροια, όπου κατέγραφα την εβραϊκή κοινότητα, 
σε μια τεράστια έκταση οι ροδακινιές ήταν γεμάτες ροδάκινα.
 Απίστευτο θέαμα. Οδηγείς χιλιόμετρα και είναι
 γεμάτος ο δρόμος ροδακινιές. 
Και μια άλλη φορά, που πήγαινα πάλι στη Βέροια, 
πέτυχα τις ροδακινιές 
ανθισμένες, μια θάλασσα με ροζ λουλούδια
. Εμένα αυτό το πράγμα με ζει.
 Βλέπεις ομορφιές που δεν τις πετυχαίνεις κάθε μέρα».  
 Φεύγοντας, μας φιλεύει τσίπουρο με σαφράν
και μας βάζει σε μια σακούλα τα βαζάκια με τα γλυκά 
και το μπουκαλάκι με το τσίπουρο. «Για τον δρόμο» 
μας λέει. Μας ασπάζεται και λίγο πριν μας αποχαιρετήσει
 μας δίνει στην πόρτα κι ένα βαζάκι με τσάτνεϊ σύκου.   


 ===== Αυτή είναι η συνταγή που λατρεύει και μας 
εμπιστεύτηκε: κέφαλος βραστός, από τη Λευκάδα.  
 Χρειαζόμαστε έναν μεγάλο κέφαλο,
 που το θηλυκό του, 
η μπάφα, κάνει το αυγοτάραχο.
 Τον κόβεις στα δύο ή στα τρία, 
ανάλογα με το μέγεθος, τον πλένεις και 
τον βάζεις στο σουρωτήρι
 με το αλάτι. Βάζεις λίγο νερό στην
 κατσαρόλα και λίγο αλάτι,
ένα-δυο κρεμμύδια, ανάλογα με το
 πόσα είναι τα ψάρια, κομμένα σε φέτες.
 Ένα-δύο κλωναράκια σέλινο κι ένα καρότο,
 επίσης μία πατατούλα κομμένη κομμάτια
. Μόλις βράσουν αυτά κι είναι σχεδόν έτοιμα και λίγο το ζουμί, 
βάζουμε το ψάρι, επειδή δεν θέλει πολλή ώρα. 
Στύβουμε ένα-δυο λεμόνια, ανάλογα με την ποσότητα 
του φαγητού και χτυπάμε το λεμόνι με μπόλικο λάδι 
στο μπλέντερ μέχρι σχεδόν να ασπρίσει. Όταν είναι έτοιμο 
το ψάρι, ρίχνουμε το λαδολέμονο 
στην κατσαρόλα και την κουνάμε...      



 Πηγή: www.lifo.gr

ΨΩΜΙ – ΕΥΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ


ΨΩΜΙ – ΕΥΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ


29/05/2008 από kikitrihttp://kikitriantafylli.wordpress.com/author/kikitriantafylli/


Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



Το ψωμί «γεμίζει» το στομάχι μας αλλά και την ψυχή μας και η ιστορία του πάει πολύ πίσω στο χρόνο. Τρωγόταν ήδη πριν από οκτώ χιλιάδες χρόνια, ακόμα και σήμερα όμως εξακολουθεί να είναι η βασικώτερη και σίγουρα μια από τις πιο υγιεινές και θρεπτικές τροφές. Η μαγείρισσα και συγγραφέας Εύη Βουτσινά μας αποκαλύπτει τα μυστικά του καλού ψωμιού και μας δινεί μερικές από τις αγαπημένες της συνταγές.


Με λίγα λόγια
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ


• Η Εύη Βουτσινά γεννήθηκε το 1950 στη Λευκάδα όπου έζησε ως το 1968. Μαγειρεύει επαγγελματικά περισσότερα από είκοσι χρόνια. Παράλληλα ασχολείται με την θεωρητική πλευρά της γαστρονομίας και αρθρογραφεί σχετικά.

• Πριν από δέκα χρόνια άρχισε να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα αναζητώντας τις ρίζες της παραδοσιακής κουζίνας. Συνεχίζει την έρευνα καταγράφοντας συστηματικά παραδοσιακές συνταγές και τεχνικές μαγειρέματος.

• Συμμετέχει σε επαγγελματικά και μη σεμινάρια μαγειρικής και στην εκπαίδευση επαγγελματιών για την παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων.

• Εχει γράψει έντεκα βιβλία μεταξύ των οποίων και δύο βιβλία για το ψωμί. Το πιο πρόσφατο είναι «Η απλή μαγειρική της Αγίας Καθημερινότητας». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Το 1995 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Τροχαλία, το βιβλίο της με τίτλο Το Ψωμί, και από τις εκδόσεις Καστανιώτη το τετράτομο έργο της με τίτλο Γεύση Ελληνική. Ο Κρόκος-Σαφράν είναι το έκτο της βιβλίο.)


Σε όλες τις τελετές, τις επετείους και τις εκδηλώσεις γενικά που έχουν ένα χαρακτήρα πανηγυρικό -είτε είναι εορταστικές είτε πένθιμες- ο άρτος είναι ο πρωταγωνιστής και δεν υπάρχει περιοχή στη χώρα μας που να μην έχει τις δικές της συνταγές. «Υπάρχουν, μάλιστα, ειδικά ψωμιά για κάθε περίσταση, αν και τα έθιμα έχουν ατονίσει τώρα πια» μας είπε η Εύη Βουτσινά, που εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και καταγράφει συστηματικά την παραδοσιακή κουζίνα.

Ανεξάρτητα από τη συνταγή του ψωμιού, βασικό και θεμελιώδες μυστικό για την παρασκεύη του είναι η ποιότητα του αλεύρου: ” Για να κάνεις καλό ψωμί αρκεί το καλό, δηλαδή το πλήρες αλεύρι, που έχει όλα του τα συστατικά, ασχέτως αν είναι κοσκινισμένο ή όχι. » λέει η Εύη Βουτσινά. Και αυτό γιατί πριν ή μετά την άλεση, το αλεύρι μπορεί να υποστεί μια επεξεργασία που το αλλοιώνει αρκετά. Μπορεί για παράδειγμα να του αφαιρεθεί ο φλοιός, που είναι η νοστιμιά του, και το φύτρο που του δίνει τη λεπτή γεύση. Μπορεί επίσης να αφαιρεθεί η γλουτένη και οι βιταμίνες και να προστεθούν μετά.

Με ένα καλό αλεύρι, λοιπόν, αλάτι και νεράκι και αν θέλετε με λίγο σουσάμι ή με ένα μικρό άρωμα -γλυκάνισο, κανέλα κλπ- μπορείτε να ζυμώσετε ένα απλό καθημερινό ψωμί, ενώ για ένα πιο γιορτινό ψωμί θα προσθέσετε γάλα, λίγο λάδι ή βούτυρο και περισσότερα αρώματα, αφού στο πνεύμα αυτών των ημερών ταιριάζουν οι πιο δυνατές γεύσεις.

Για την παρασκευή του ψωμιού είναι κατάλληλο οποιοδήποτε αλεύρι, σκληρό, μαλακό ή δυνατό, κάθε ένα όμως ανάλογα με το είδος του αντιδρά διαφορετικά στη διαδικασία του ζυμώματος και παίρνει άλλη ποσότητα υγρού.

Έκτός από το σιτάρι μπορούμε να κάνουμε ψωμί με σίκαλη – στην Ηπειρο τη λένε βρίζα-, κριθάρι, βρώμη και καλαμπόκι. Ακόμη καλύτερο γίνεται όταν ανακατεύονται διάφορα δημητριακά μαζί, κάτι που παλιότερα γινόταν από ανάγκη, σήμερα, όμως, το απαιτεί η σύγχρονη υγιεινή και κυρίως η χαρά της γεύσης.


ΤΑ ΜΕΙΓΜΑΤΑ

Για να φιάξετε ένα ενδιαφέρον μείγμα για ψωμί μπορείτε να ανακατέψετε σίτινο αλεύρι με όποιο άλλο αλεύρι σας αρέσει και στην αναλογία που θέλετε. Αντί για αλεύρι μπορείτε να προσθέσετε νιφάδες δημητριακών -ανακατέψτε π.χ. ένα κιλό σταρένιο αλεύρι με ένα φλυτζάνι (180-200γρ) νιφάδες βρώμης ή κριθαριού. Η γεύση του θα είναι τελείως διαφορετική, από ότι αν είχε την αντίστοιχη ποσότητα αλεύρου βρώμης. «Θα βάλετε τις νιφάδες από την αρχή μαζί με το αλεύρι οπότε με την προσθήκη του νερού και το ζύμωμα, τραβάνε και αφομοιώνονται στη ζύμη. Μπορείτε, όμως, και να τις μουλιάσετε, είναι θέμα τεχνικής, γεύσης και φαντασίας» λέει η Εύη Βουτσινά.

Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε πολέντα -δηλαδή σιμιγδάλι καλαμποκίσιο- φαγόπυρο, ή πληγούρι μουλιασμένο σε νερό. Το σιμιγδάλι από σιτάρι δίνει επίσης ωραία γεύση στο ψωμί. Αν είναι ψιλό θα το βάλετε όπως είναι γιατί στη διαδικασία του ζυμώματος βρέχεται, μπορείτε όμως αν θέλετε το κάνετε κουρκούτι. Μαγειρέψτε το λίγο με γάλα μέχρι να γίνει ένας πηχτός χυλός που θα τον ενώσετε με το αλεύρι πριν βάλετε άλλα υγρά, και στη συνέχεια θα προσθέσετε όσο νερό πάρει, αν και μπορεί να μην χρειαστεί.

Μια μεγάλη σειρά από αρτοσκευάσματα γίνονται με λάδι, τυρί ή ελιές ή με προσθήκη ξηρών καρπών όπως είναι τα καρύδια και τα αμύγδαλα, ενώ ειδικα τις γιορτές συνηθίζονται τα γλυκά ψωμιά -όπως το Πασχαλινό τσουρέκι- που είναι πλούσια σε γάλα, βούτυρο και αυγά.


ΤΑ ΠΟΛΥΣΠΟΡΑ

Αν προσθέσουμε στη ζύμη σπόρους αρωματικούς -λιναρόσπορο, μαυροκούκι, σουσάμι, κόλιανδρο ή μάραθο- μπορούμε να κάνουμε ψωμί τρίσπορο, πεντάσπορο, πολύσπορο κλπ. Έκτος από το άρωμά τους, τα σπόρια αυτά έχουν και ιαματικές ιδιότητες, γιαυτό και συνήθιζαν να τα χρησιμοποιούν από την αρχαιότητα. Το μαυροκούκι ειδικά, χρησιμοποιείται κατ’ εξοχήν τα Χριστούγεννα, γιατί είναι μαύρο και διώχνει τους καλικάντζαρους, όπως λέει ο Παπαδιαμάντης.


Η ΒΑΣΙΚΗ ΖΥΜΗ

Για ένα κιλό αλεύρι θα χρειαστείτε 2 κουταλάκια γεμάτα αλάτι, χλυαρό νερό –όσο πάρει για να γίνει μια ζύμη λεία και ελαστική- και ένα κομμάτι προζύμι ή ένα φακελάκι(7 γρ.) στεγνή μαγιά ή 30γρ νωπής μαγιάς που θα βρείτε στο φούρνο. Εκτος από το προζύμι και τη μαγιά, το ψωμί μπορεί να φουσκώσει και με το λουλούδι του λικίσκου, που το ξεραίνουν και το βράζουν. Το ζουμί του ζυμώνεται με αλεύρι και γίνεται τραχανάς, που τον μουλιάζουν στην συνέχεια και τον χρησιμοποιούν για προζύμι. Αζυμο είναι το ψωμί που γίνεται χωρίς κανένα διογκωτικό. Ετσι παρασκευαζόταν παλιότερα η λαγάνα της Καθαρής Δευτέρας.


ΠΩΣ ΘΑ ΦΙΑΞΕΤΕ ΠΡΟΖΥΜΙ

Το προζύμι γίνεται μόνο με αλεύρι και νερό. Βάλτε μια χούφτα αλεύρι –150γρ- μέσα σε μια λεκανίτσα με λίγο χλυαρό νερό και κάντε ένα απαλό ζυμάρι, που θα το αλείψετε με λάδι, θα το σκεπάσετε και θα το αφήσετε σε ζεστό μέρος μακρυά από ρεύματα. Την επομένη ημέρα προσθέτετε περίπου μισό ποτήρι αλεύρι και το ανάλογο νεράκι. Το μαλάζετε πάλι, το σκεπάζετε και το αφήνετε και την τρίτη ημέρα κάνετε πάλι το ίδιο. Την τέταρτη ημέρα το προζύμι θα έχει πια φουσκώσει και θα είναι γεμάτο τρυπίτσες. Αν όχι επαναλάβετε την ίδια διαδικασία. Στη συνέχεια θα αφήσετε το προζύμι να ωριμάσει . «Θα ανέβει, θα πέσει, εμείς όμως, δεν το πειράζουμε πια, παρά το αφήνουμε σκεπασμένο με μια μεμβράνη στα ζεστά. Μετά από 3-4 ημέρες είναι έτοιμο για ζύμωμα» λέει η Εύη Βουτσινά.

Αφού ζυμώσετε ψωμί, χωρίστε ένα κομμάτι ζύμης στο μέγεθος πορτοκαλιού και βάλτε το σε ένα λαδωμένο τάπερ. Αυτό το προζύμι, διατηρείται στο ψυγείο 1-2 μήνες. Πριν το χρησιμοποιήσετε όμως πρέπει να μείνει μέχρι να αποκτήσει θερμοκρασία δωματίου.


ΤΟ ΖΥΜΩΜΑ

Η παρασκευη ψωμιού με προζύμι γίνεται σε δύο φάσεις που χρονικά πρέπει να απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον δώδεκα ώρες. Αν έχετε π.χ. να ζυμώσετε ενάμιση κιλό αλεύρι, χωρίστε το μισό κιλό και ζυμώστε το με το προζύμι που έχετε εντωμεταξύ λιώσει με λίγο νεράκι για να ενσωματωθεί πιο εύκολα με το αλεύρι. Αυτό το ζυμάρι είναι το ανάπιασμα του προζυμιού. Σκεπάστε το και αφήστε το 12 ώρες τουλάχιστον για να φουσκώσει. Στη συνέχεια βάλτε αυτή τη ζύμη μέσα στο υπόλοιπο αλεύρι, προσθέστε το αλάτι και ότι άλλο θέλετε και ζυμώστε το τελικό ψωμί. Πλάστε φραντζόλες και καρβελάκια και βάλτε τα σε λαδωμένα ταψάκια ή φόρμες. Αφήστε τα σε ζεστό μέρος να ανέβουν, αλείψτε τα με χτυπημένο ασπράδι, γάλα ή νερό και ψήστε τα στους 175-180ο . Τα ψωμιά είναι έτοιμα όταν τα χτυπάτε από κάτω και κάνουν κούφιο ήχο.


ΜΕ ΜΑΓΙΑ ή ΜΕ ΠΡΟΖΥΜΙ;

Το ψωμί με τη μαγιά φουσκώνει και διπλάσιάζεται σε μια ώρα περίπου, το ψωμί με το προζύμι όμως θέλει 3-4 ώρες μέχρι να ανέβει.

Το ψωμί με προζύμι είναι αναμφισβήτητα καλύτερο, έχει σώμα και πλούσια γεύση και όσο περνάνε οι μέρες ξεραίνεται αλλά δεν χαλάει. Η ψύχα του είναι συμπαγής, έχει πολύ μικρές τρυπίτσες και όταν πιέζεται δεν υποχωρεί σχεδόν καθόλου. Αντίθετα το ψωμί με μαγιά είναι πιο αφράτο, έχει πιο μεγάλες τρύπες και όταν το πιέζουμε υποχωρεί.


ΨΩΜΙ ΜΕ ΦΑΓΟΠΥΡΟ

Το φαγόπυρο είναι ένα είδος μικροσκοπικού δημητριακού με πράσινο χρώμα, που όταν είναι ελαφρώς ψημένο –έτσι κυκλοφορεί στο εμπόριο- γίνεται καφετί. «Το φαγόπυρο ανακατεμένο με σίτινο αλεύρι δίνει ένα ψωμί με εξαιρετική γεύση. Εγώ το αλέθω ή το μουλιάζω με ζεστό νερό και μετά το ανακατεύω με το αλεύρι. Ηταν γνωστό από την αρχαιότητα, η χρήση του όμως ατόνισε και επανήλθε με τους Πόντιους πρόσφυγες που ήρθαν από τη Γεωργία. Το λένε κάσα και γίνεται επίσης πολύ ωραίο πιλάφι με κρεμμύδια, μανιτάρια, ζουμί από κοτόπουλο ή κρέας.» λέει η Εύη Βουτσινά. Οι Ρώσοι το κάνουν πόριτζ για πρωϊνό, όπως κάνουν οι Εγγλέζοι τη βρώμη.


ΣΥΝΤΑΓΕΣ
Μπρούστουλας Ανδρου

750 γρ αλεύρι σιταρένιο άσπρο ή κίτρινο

250 γρ καλαμποκάλευρο

1 κεσέ προζύμι ή ένα φακελάκι στεγνή μαγιά

2 κουταλάκια αλάτι

λίγο ξύσμα λεμονιού (αν θέλετε)

2 κουταλιές γλίνα λιωμένη

1 χούφτα τσιγαρίδες ή καπνιστό μπέικον


Βάζετε το καλαμποκίσιο αλεύρι στο μίξερ ή τη λεκάνη που ζυμώνετε και το περιχύνετε με βραστό νερό, τόσο που να υγρανθεί όλο. Το ανακατεύετε και το αφήνετε να γίνει χλιαρό. Τότε προσθέτετε όλα τα υλικά εκτός από τη γλίνα και τις τσιγαρίδες και τα ζυμώνετε καλά, ώστε να γίνει μια απαλή και λεία ζύμη. Μετά προσθέτετε τη γλίνα λιωμένη και τις τσιγαρίδες και ζυμώνετε να ανακατευτούν ομοιόμορφα με τη ζύμη. Την πλάθετε στο λαδωμένο ταψί και το σκεπάζετε για να φουσκώσει, σχεδόν να διπλασιαστεί σε όγκο. Το ψήνετε, αφού το τρυπήσετε σε δύο τρία σημεία στους 180ο C.


Ποντιακό Πιρόχ
(ψωμί – γλύκισμα του γάμου)

1 κιλό αλεύρι άσπρο

1 κουταλάκι αλάτι όχι πολύ γεμάτο

προζύμι ή 3 κουταλάκια μαγιά στεγνή

250-300 γρ ζάχαρη

2 βανίλιες

1 κουταλάκι τριμμένο μαχλέπι

1 κουταλάκι τριμμένο κακουλέ (καρδάμωμο)

2 αυγά ελαφρά χτυπημένα

100γρ γάλα χλιαρό

100γρ γιαούρτι σε θερμοκρασία δωματίου

1 φλυτζανάκι του καφέ (100ml)ηλιέλαιο

80 γρ βούτυρο γάλακτος

150 γρ καρύδια

200 γρ σταφίδες μαύρες

1 κοφτό κουταλάκι κανέλα


Αν χρησιμοποιήσετε προζύμι θα το αναπιάσετε 12 ώρες πριν από το ζύμωμα. Βάζετε σε μια ευρύχωρη λεκάνη ή στο μίξερ το αλεύρι, τη ζάχαρη, τη μαγιά, το αλάτι, τα μπαχαρικά και τα ανακατεύετε. Κάνετε ένα λάκο στο κέντρο, και ρίχνετε το γάλα, το γιαούρτι, τα αυγά και το λάδι. Αρχίστε να ζυμώνετε τραβώντας το αλεύρι στο κέντρο. Ζυμώνετε ζωηρά και σιγά σιγά ενσωματώνετε και το βούτυρο. Όταν το ζυμάρι γίνει ελαστικό, το σκεπάζετε να ξεκουραστεί για μισή ώρα.

Μετά θα το πλάσετε: Λαδώνετε το ταψί, χωρίζετε το ¼ της ζύμης και το αφήνετε κατά μέρος. Πλάθετε τα υπόλοιπα ¾ στο ταψί και πατάτε με την παλάμη για να είναι ομοιόμορφα στρωμένο.Απλώνετε πάνω στη ζύμη τα καρύδια με τις σταφίδες. Πλάθετε τη ζύμη που κρατήσατε σε κορδόνια και τα απλώνετε σταυρωτά πάνω από τα καρύδια. Η ζύμη θα ανέβει και έτσι κάνετε τις τρύπες κάπως μεγαλούτσικες, γιατί θα κλείσουν λίγο με το φούσκωμα. Όταν ανέβει, αλείφετε το πιρόχ με χλιαρό γάλα και το ψήνετε στους 180ο.


Πισνίτσα

½ κιλό ζύμη ψωμιού

Γέμιση

1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο

1 κουταλάκι μπούκοβο (όσο καυτερό θέλετε)

3 κουταλιές δυόσμο ψιλοκομμένο

3 κουταλιές βούτυρο ή λάδι για τις νηστείες


Παίρνετε ένα κομμάτι από τη ζύμη του ψωμιού αφού πλάσετε τα καρβέλια σας και το αφήνετε να ανέβει. Το πλάθετε και το ανοίγετε με τις παλάμες να γίνει σαν μεγάλο πιάτο. Βάζετε μέσα τη γέμιση, το γυρίζετε και το κλείνετε’ πατάτε με τα δάχτυλα την ένωση να κολλήσει το ζυμάρι. Το πατάτε λίγο όλο μαζί να είναι χοντρό ένα δάχτυλο και το ρίχνετε στο φούρνο αφού το αλείψετε με λάδι. Δεν αργεί να ψηθεί, είναι ένα βλάχικο ψωμί που φουσκώνει αρκετά και τρώγεται ζεστούτσικο, με τυρί ή σκέτο.


Χριστόψωμο Κυθήρων

1300 γρ άσπρο αλεύρι

2 ½ κουταλάκια αλάτι

100 γρ ζάχαρη ή 150 ml πετιμέζι

ξύσμα από ένα μεγάλο πορτοκάλι

1 κουταλάκι χοντροκοπανισμένη κανέλα

1 κεσέ προζύμι ή 3 κουταλάκια στεγνή μαγιά

4 κουταλιές σουσάμι (αναποφλοίωτο)

2-3 κουταλιές λάδι

καρύδια και αμύγδαλα


Αν χρησιμοποιήσετε προζύμι θα το αναπιάσετε περίπου 10 ώρες πριν από το ζύμωμα. Αν βάλετε μαγιά, θα ζυμώσετε μια και έξω και θα βάλετε τη μαγιά στο αλεύρι μαζί με το αλάτι, τη ζάχαρη και τα αρώματα. Ζυμώνετε με ζεστούτσικο νερό μέχρι που το ζυμάρι να γίνει λείο και ελαστικό. Προσθέτετε το σουσάμι και ζυμώνετε λίγο να ενωθεί ομοιόμορφα με τη ζύμη. Το αφήνετε για μισή ωρίτσα να ξεκουραστεί σκεπασμένο με μια πετσέτς και μετά το πλάθετε σε δύο μικρότερα ή ένα μεγαλύτερο ταψί. Πρώτα θα αλείψετε το ταψί με λάδι και θα πασπαλίσετε λίγο σουσάμι. Αφήστε το ψωμί να μείνει σκεπασμένο και μετά αλείφετε την επιφάνειά του με γάλα ή νερό και πασπαλίζετε με σουσάμι. Μπορείτε να βάλετε καρύδια ή αμύγδαλα ολόκληρα σπρώχνοντάς τα να χωθούν λίγο στη ζύμη. Το φουρνίζετε σε προθερμασμένο φούρνο 170ο C, αφού το τρυπήσετε εδώ και εκεί μ’ ένα ξύλο ή μια βελόνα του πλεξίματος. Όταν ψηθεί το Χριστόψωμο το αφήνετε τυλιγμένο με πανί, πάνω σε μια σχάρα, μέχρι να κρυώσει τελείως.

Ομηρική Ακαδημία Λευκάδας ! Γιατί Οχι και στη Λευκάδα ???


EUROCLASSICA – ΟΜΗΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ
(6 – 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012)








EUROCLASSICA – ΟΜΗΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ

(6 – 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012)

Με ιδιαίτερη χαρά σας πληροφορούμε ότι

θα λάβουν χώρα στην πατρίδα μας

(Αθήνα, Χίο, Οινούσσες), με επίκεντρο πάντοτε

το «ΟΜΗΡΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΙΟΥ» οι εργασίες της

EUROCLASSICA (=ΟΜΙΛΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ

ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ

ΓΛΩΣΣΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ) και της

ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ, η οποία τελεί

υπό την αιγίδα του Προέδρου

της Ελληνικής Δημοκρατίας,

για δέκατη έκτη συνεχή χρονιά.

Διακεκριμένοι Ακαδημαϊκοί, Πρυτάνεις,

Καθηγητές Πανεπιστημίων, διδάκτορες,

ερευνητές και φοιτητές, από Ελλάδα,

Αγγλία, Βέλγιο, Δανία, Γεωργία, Ελβετία,

Κίνα, Λιθουανία, Ισπανία, Ρωσία, Συρία

καθώς επίσης από την ηρωική μας Κύπρο,

περίπου τριάντα φοιτητές του Πανεπιστημίου

οι οποίοι όχι μόνον θα παρακολουθήσουν

μαθήματα πάνω στα Ομηρικά έπη αλλά

και θα παρουσιάσουν καλλιτεχνικό

πρόγραμμα μουσικοχορευτικό με χορούς

και τραγούδια της Κύπρου και Χίου.

Θα παρουσιάσουν πρόγραμμα στα Καρδάμυλα,

στις Οινούσσες, στη Δασκαλόπετρα και με κάθε

επισημότητα στο «ΟΜΗΡΕΙΟ» στις 13-7-2012,

09:00μ.μ. στην επίσημη μεγάλη αίθουσα.

Κατά την εκδήλωση δε, θα παραστούν

ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου,

ο Πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα

και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες

και βεβαίως όλοι οι σύνεδροι.

Η είσοδος στο Ομήρειο θα παραμένει όπως

πάντοτε ανοικτή για όλους εκείνους που

επιθυμούν να απολαύσουν τις υπέροχες

πρωτότυπες διαλέξεις και τα μαθήματα.

Το συνέδριο περιλαμβάνει 4 τμήματα.

Το τμήμα των λογίων Ελληνιστών και

άλλων επιστημόνων με θέμα κεντρικό:

«Ο ΟΜΗΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ». Το τμήμα

των φοιτητών με θέμα: «ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ», το τμήμα

Καθηγητών και φοιτητών για την

παρακολούθηση μαθημάτων Νέας Ελληνικής

γλώσσας, Ιστορίας και Πολιτισμού και το

Τμήμα ελληνικών παραδοσιακών χορών στο

οποίο μπορούν να παρακολουθούν

προαιρετικά Καθηγητές και φοιτητές.

Βεβαίως το πρόγραμμα περιλαμβάνει

επισκέψεις στην Ακρόπολη, στο Νέο Μουσείο

Ακροπόλεως και στο Αρχαιολογικό

Μουσείο στην Αρχαία Αγορά, Μοναστηράκι,

κ.α. Στα Αρχαιολογικά, Βυζαντινά,

Ναυτικά Μουσεία Χίου και Οινουσσών,

στον Αρχαιολογικό χώρο του Εμπορειού,

στην Δασκαλόπετρα (Σχολείον του Ομήρου),

στα Μεσαιωνικά χωριά και Μαστιχοχώρια,

στην Νέα Μονή, Ανάβατο, Αυγώνυμα, σε Ιερά

προσκυνήματα και Μοναστήρια

(Αγία Μαρκέλλα, Ιερά Σκήτη Αγίων Πατέρων),

στη Βολισσό όπου το περίφημο κάστρο

και το σπίτι του Ομήρου, κατά την

παράδοση κ.α. Όλοι οι σύνεδροι

χαρακτηρίζονται από ενθουσιασμό και

δίψα «να μάθουν και να μάθουν απ' τους

σπουδασμένους», κατά τον καβαφικό στίχο.

Πόθος τους να γίνουν κτήμα τους τα ελληνικά

γράμματα και κοινός παρονομαστής

όλης της ανθρωπότητας.

Θα δοθούν στους συνέδρους εκλεκτές

εκδόσεις ως πολύτιμη γνωστική αρματωσιά,

που θα μελετούν δια βίου. Διακεκριμένοι

λόγιοι θα αναγορευθούν επίτιμοι δημότες Χίου

και Οινουσσών. Στο διάστημα των δεκαέξι

ετών συνεδρίων της

EUROCLASSICA – ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΜΙΑΣ,

τα οποία τελούν πάντοτε υπό την αιγίδα του

Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας,

έχουν συμμετάσχει περίπου 3300

(τρεις χιλιάδες τριακόσιοι) σύνεδροι τακτικοί

εκτός του πλήθους των ακροατών που

μπορούν ελεύθερα να παρακολουθήσουν.

Με χαρά και πάλι προσκαλούμε όσους

επιθυμούν να γίνουν συμπλωτήρες στο ομηρικό

γνωστικό μας ταξίδι παρακολουθώντας

κάθε ημέρα το πρόγραμμα που γρήγορα

θα δοθεί στη δημοσιότητα.

Αξίζει εν κατακλείδι να αναφέρουμε ότι

οι ξένοι σύνεδροι σεμνύνονται να ομολογούν

ότι δεν έρχονται στην Ελλάδα ως Φιλέλληνες

αλλ' ως Έλληνες αφού «μετέχουν της

ημετέρας παιδείας» και απερχόμενοι

διατρανώνουν την ελληνολατρεία τους

και γίνονται οι καλύτεροι πρεσβευτές της

χώρας μας σε ολόκληρο τον κόσμο.


ΕΚ ΤΗΣ EUROCLASSICA – ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Θεόδωρος Γιαννόπουλος, Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης,

Θεόδωρος Γ. Γιαννόπουλος

«ΠΟΘΕΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ  ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;»


Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση
της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού

Theodoros G. Giannopoulos

«T h e G r e e k s :Whence and When?»
The mainstream scientific responses and the present state
of research on the first beginning of the Greek civilisation
 (extensive english summary)
Ίδρυμα Tεχνολογίας και Έρευνας
hράκλειο kρήτης: Νικ. Πλαστήρα 100,
Βασιλικά Βουτών 700 13. Tηλ. 2810391097,
 Fax: 2810 391085
aθήνα:Κλεισόβης 3, 106 77. Tηλ. 210 3849020-22,
 Fax: 2103301583

e-mail: info@cup.gr  www.cup.gr

Πριν λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο με τίτλο
«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού (Σειρά: Νέες προσεγγίσεις στον αρχαίο κόσμο, επιμελητής ο καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πρίνστον κ. Άγγελος Χανιώτης).

Συγγραφέας του ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος, Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, ο οποίος κατάγεται από την Λευκάδα από την πλευρά της μητέρας του, της αρχιτέκτονος Χαράς Παπαδάτου-Γιαννοπούλου.

Γεννήθηκε το 1979
1996-2000: Σπουδές στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
2001-2007: Διδακτορικές σπουδές στο Ινστιτούτο Προϊστορίας και Πρωτοϊστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Ruprecht-Karl της Χαϊδελβέργης. Βασικός κλάδος: Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Επιλεγόμενοι κλάδοι: Κλασσική Αρχαιολογία και Αρχαία Ιστορία.
Διδακτορική διατριβή με θέμα:
«Η τελευταία ελίτ του μυκηναϊκού κόσμου. Η Αχαΐα στη μυκηναϊκή εποχή και το φαινόμενο των ταφών πολεμιστών κατά τον 12ο-11ο αιώνα π.Χ.» με επόπτες καθηγητές τον καθ. Joseph Maran, και τον καθ. Διαμαντή Παναγιωτόπουλο.
Ἡ διδακτορική διατριβή εκδόθηκε το 2008 από τον εκδοτικό οίκο R. Habelt στην Βόννη.
2004 και 2005: Αγγλόφωνες σπουδές με τους προσκεκλημένους καθηγητές Andrew Sherratt (†), Susan Sherratt (Sheffield), John C. Barrett (Sheffield), Matthew Johnson (Southampton) και James C. Wright (Bryn Mawr College, USA).


Το βιβλίο συνιστά την πρώτη επιστημονική μονογραφία στην ελληνική γλώσσα για την προέλευση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Έχει σαν σκοπό να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνω-στικό κοινό με συστηματικό, αλλά και εύληπτο τρόπο τις υπεύθυνες απαντήσεις της διεθνούς και μακροχρόνιας επιστημονικής έρευνας πάνω στο πολυσυζητημένο και ιδιαιτέρως ταλαιπωρημένο ζήτημα της «ελεύσεως των Ελλήνων». Μια πρώτη γεύση για το περιεχόμενο του βιβλίου δίνεται στον αναγνώστη με το κείμενο του οπισθοφύλλου:

«Πότε ξεκινά ο ελληνικός πολιτισμός; Πώς μπορούμε να ορίσουμε μεθοδολογικά την αφετηρία του και να την εντοπίσουμε στον χρόνο; Σε ποιους χρόνους και σε ποιες διαδικασίες μπορεί να αναχθεί η προέλευση του ελληνισμού των ιστορικών χρόνων; Το κυριότερο: πού μπορούμε να βρούμε, ως μέσοι Έλληνες αναγνώστες, υπεύθυνες απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο σημαντικά και ευαίσθητα, μακριά από επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ακραίες ιδεοληψίες, από μυθομανείς «ερευνητές» χονδροειδούς ερασιτεχνισμού ή ενίοτε και αμφίβολης ψυχοπνευματικής ισορροπίας;
Το βιβλίο αποτελεί ένα επιστημονικό όσο και συγγραφικό εγχείρημα. Λειτουργεί καταρχάς ως ένα συστηματικό και προσιτό εγχειρίδιο της μακροχρόνιας, διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού. Στο πλαίσιο αυτό επικαιροποιεί δραστικά τις γνώσεις του ευρύτερου ενδιαφερόμενου κοινού στην Ελλάδα με δεδομένη την αληθινή κοσμογονία που τα τελευταία 25 περίπου χρόνια έχει συντελεστεί σε διεθνές επίπεδο τόσο στην μελέτη της προέλευσης των γλωσσών όσο και στην σχέση μεταξύ της αρχαιολογίας, της γλωσσολογίας, αλλά και άλλων εμπλεκομένων επιστημών. Οι πολλές και διαφορετικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί στην διεθνή επιστημονική κοινότητα περί της «ελεύσεως των Ελλήνων» ταξινομούνται κατά χρονικά παράθυρα, παρουσιάζονται αναλυτικά και σχολιάζονται κατά τον πλέον διεξοδικό, αλλά και εύληπτο τρόπο. Μέσα από ένα βασικό φροντιστήριο της προϊστορίας του Αιγαίου, αλλά και ενός ευρύτερου γεωγραφικού χώρου γίνεται κατανοητή η σύνθετη ιστορία της έρευνας του προβλήματος, καθώς και το υπόβαθρο των νέων, ανατρεπτικών πορισμάτων, στα οποία αυτή καταλήγει.
Στις σελίδες του βιβλίου ο ομηρικός Οδυσσέας, η «Κάθοδος» των Δωριέων, οι μυστηριώδεις Πελασγοί, οι γραμμικές γραφές και τα πολυάριθμα μνημεία της προϊστορίας του Αιγαίου είναι μερικά μόνον από τα κομμάτια ενός μεγάλου και πολύπλοκου παζλ, το οποίο αποκαλύπτεται σιγά σιγά δίνοντας νέες, υπεύθυνες και αναπάντεχες απαντήσεις σε μια σειρά από σύνθετες, αλλά και συναρπαστικές ερωτήσεις. Απομένει να καταδειχθεί κατά πόσον μια διαφαινόμενη, ριζική μεταβολή της αντίληψης για το παρελθόν μπορεί να οδηγήσει και στην αλλαγή διαφόρων εδραιωμένων κατευθύνσεων που αφορούν το παρόν και το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης».

Καθώς στο πλαίσιο της έρευνας του βιβλίου αναθεωρείται πειστικά το χρονικό βάθος τόσο της ελληνικής γλώσσας όσο και αρκετών στοιχείων των αρχαίων επικών και μυθολογικών παραδόσεων, το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους Λευκαδίους αναγνώστες και για την Λευκάδα. Και τούτο διότι βάσει των νεώτερων εξελίξεων της αρχαιολογικής έρευνας όχι μόνον εξηγούνται με κατανοητό τρόπο τα ευρήματα του W. Dörpfeld στο Στενό του Νυδρίου, αλλά δίνεται και μια νέα, επιστημονικά επίκαιρη απάντηση για το ποια είναι τελικά η σχέση της Λευκάδας με την ομηρική Ιθάκη. Μια απάντηση, η οποία μετά από πολλές δεκαετίες έρχεται να αποκαταστήσει το έργο του Γερμανού αρχαιολόγου.


Π ΕρΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος του επιμελητή της σειράς .................................
Πρόλογος του συγγραφέα............................................
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΠΟΘΕΝ Η ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΠΛΗρΟΦΟρΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟρΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠρΟΪΣΤΟρΙΑ; ...........................................
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
«ΠΟΘΕΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;». ΘΕΩρΗΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΕρΩΤΗΜΑΤΟΣ.............................
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ. Η ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ
ΚΑΙ ΑρΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΦΕΤΗρΙΑ .................................
ΙΙ.1. Σύνοψη του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος – Η παραδοσιακή
θεωρία .....................................................
ΙΙ.2. Σύνοψη της προϊστορίας και πρωτοϊστορίας του Αιγαίου .........
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΟΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕρΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑρΧΑΙΟΤΕρΕΣ ΚΑΤΑΓρΑΦΕΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ .....................................
ΙΙΙ.1. Οι αρχαίες παραδόσεις .......................................
ΙΙΙ.2. Τα «προελληνικά υποστρώματα» ..............................
ΙΙΙ.3. Οι ελληνικές διάλεκτοι της 1ης χιλιετίας π.Χ. ..................
ΙΙΙ.4. Τα προαλφαβητικά γραπτά μνημεία στο Αιγαίο και τα αρχαιότερα
βέβαια ίχνη της ελληνικής γλώσσας ...........................

«ΠΟΘΕΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;»
x
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV
Η ΠΕρΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΚΑΘΕΤΩΝ ΛΑΚΚΟΕΙΔΩΝ ΤΑΦΩΝ
(18ος-16ος ΑΙΩΝΑΣ π.Χ.) ........................................
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩρΟ
ΚaTa ΤΗn ΥΣΤΕρΗ 3η ΧΙΛΙΕΤΙΑ π.Χ. – ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ceTIna
V.1. Εισαγωγή – Ιστορία της έρευνας .............................
V.2. Ο πολιτισμός της περιόδου των Κτηρίων με Διαδρόμους
(25ος-23ος αι. π.Χ.) και το «διεθνές πνεύμα» των μέσων
της 3ης χιλιετίας π.Χ. .......................................196
V.3. Οι ζώνες πολιτιστικών επαφών στην Μεσόγειο των μέσων
της 3ης χιλιετίας π.Χ. .......................................
V.4. Η κατάρρευση του πολιτισμού των Κτηρίων με Δαδρόμους
και τα πραγματικά της αίτια .................................
V.5. Οι «Αργοναύτες των δυτικών Βαλκανίων» και το μεσογειακό
πνεύμα του τέλους της 3ης χιλιετίας π.Χ. ......................
V.6. Το φαινόμενο cetina και η «έλευση των Ελλήνων» .............
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Η «ΣΚΟΤΕΙΝΗ» 4η ΧΙΛΙΕΤΙΑ π.Χ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ
ΕΞΙΝΔΟΕΥρΩΠΑΪΣΜΟΣ = ΕΚΝΕΟΛΙΘΙΣΜΟΣ; Η ΘΕΩρΙΑ
ΓΛΩΣΣΑΣ-ΓΕΩρΓΙΑΣ TOY cOLIn renFreW .....................
VII.1. Εισαγωγή .................................................
VII.2. Οι βασικοί άξονες κριτικής της παραδοσιακής αντίληψης
για την κοιτίδα και την διασπορά των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών ..
VII.3. Η κριτική της γενετικής συγγένειας: το γλωσσικό οικογενειακό
δέντρο και η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή κοινωνία και μυθολογία ......
VII.4. Η «ανατολιακή υπόθεση»: εξινδοευρωπαϊσμός = εκνεολιθισμός ...
VII.5. Τα μεγάλα προβλήματα: οι ινδοϊρανικές γλώσσες και
η μη ινδοευρωπαϊκή «σφήνα» των γλωσσών της Μεσοποταμίας .
VII.6. Το «περιστέρι ανάμεσα στις γάτες»: ο αντίλογος στην θεωρία
γλώσσας-γεωργίας και η περαιτέρω επεξεργασία της ............
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
VIIΙ .1 . Θεωρίες παλαιολιθικής συνέχειας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
VIIΙ .2 . Η «αρχαιολογία των κυττάρων»: πληθυσμιακή γενετική . . . . . . . . .
VIIΙ .3 . Έλληνες: εις τα εξ ων συνετέθησαν . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ENGLISH SUMMARY . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΞΕΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

ΠρΟΛΟΓΟΣ  του επιμελητή της σειράς

Στα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα ο Έλληνας λόγιος Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς ανέ-
λαβε να παρουσιάσει στο έργο του Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία τις καταβολές και την
πρώιμη ιστορία του ρωμαϊκού έθνους, από την εποχή του μύθου έως την αρχή της
ρωμαϊκής επέκτασης. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε ήταν ότι οι ρωμαίοι
στην πραγματικότητα ήταν Έλληνες που οι περιπλανήσεις στα χρόνια του θρύλου
τους είχαν οδηγήσει στην Ιταλία. Για να θεμελιώσει την άποψή του, ο Διονύσιος
ερμήνευσε τη λατινική γλώσσα ως παρακλάδι της αιολικής διαλέκτου. Με την
αντίληψη ότι οι ρωμαίοι είχαν ελληνική καταγωγή και συνεπώς δεν μπορούσαν
να θεωρηθούν (απόλυτα) βάρβαροι συμφιλίωνε κάπως τους συμπατριώτες του με
την οδυνηρή πραγματικότητα της ρωμαϊκής κυριαρχίας.
Το ερευνητικό πρόγραμμα του Διονυσίου είναι απλό: η ταυτότητα ενός λαού
προσδιορίζεται μέσα από την έρευνα της απώτατης καταγωγής του και της γλώσ-
σας του. Οι μέθοδοι μπορεί να άλλαζαν στο πέρασμα των αιώνων, αλλά αυτό το
ερώτημα των καταβολών, του «πόθεν και πότε», ήταν και παραμένει δημοφιλές
και επίκαιρο, ανεξάρτητα από το αν η αναζήτηση των απαρχών αφορά τους αυτό-
χθονες Αθηναίους ή τους πλάνητες Ιουδαίους, τα ελληνικά ή τα γερμανικά φύλα,
τους κατοίκους του Παλαιού ή τους αποίκους και τους ιθαγενείς του Νέου Κό-
σμου. Σπανίως απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα δίδονται χωρίς να συνδέονται με
κάποιο «διά ταύτα», με αξιώσεις και στόχους – μια ακραία αλλά όχι μεμονωμένη
περίπτωση είναι η ενασχόληση των εθνικοσοσιαλιστών με την προέλευση της
αρίας φυλής.
Στη νεοελληνική ιστορία, το ερώτημα πότε και από πού ήρθαν στην Ελλά-
δα οι Έλληνες βρέθηκε κάπως σε δεύτερη μοίρα, γιατί αρχαιοδίφες, ιστορικοί και
αρχαιολόγοι είχαν για πολλές δεκαετίες μια αποστολή πιο επιτακτική για τη θεμε-
λίωση της νεοελληνικής ταυτότητας: να αποδείξουν τη συνέχεια του ελληνισμού

στον γεωγραφικό χώρο του ελληνικού κράτους. Εκείνο που απαιτούσε απάντηση
ήταν η αμφισβήτηση της φυλετικής συγγένειας αρχαίων και συγχρόνων Ελλή-
νων. Έτσι λόγου χάριν ο Κυριακός Πιττάκης, ο πρώτος Επιστάτης των εν Αθήναις
Αρχαιοτήτων και σύγχρονος του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, δημοσίευσε
στην Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερίδα από το 1852 έως το 1858 σειρά άρθρων με τον
τίτλο « Ὕλη ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα
εἰσὶν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων».
Η προέλευση των Ελλήνων απασχόλησε βέβαια την αρχαιολογική και γλωσ-
σολογική έρευνα από νωρίς, αλλά περισσότερο ως επιστημονικό ερώτημα και
λιγότερο ως πατριωτική αποστολή. Καθώς η κοιτίδα των Ελλήνων και ο ερχο-
μός τους στη βαλκανική χερσόνησο είχαν συνδεθεί άρρηκτα με το πρόβλημα της
πρώιμης ιστορίας των Ινδοευρωπαίων, η σχετική έρευνα αντιμετώπιζε τα ελληνι-
κά φύλα ως κομμάτι μιας ευρύτερης γλωσσικής ομάδας, χωρίς να τους δίνει κά-
ποια προνομιακή θέση.
Τα πράγματα άλλαξαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, για λόγους που
σχετίζονται με τη ζεύξη της ιστορίας στο άρμα της πατριδοκαπηλίας. Όπως δί-
πλα στην οικονομία υπάρχει η παραοικονομία και στην παιδεία η παραπαιδεία,
έτσι και δίπλα στην επιστήμη, που αγωνίζεται να επιβιώσει σε περιόδους ισχνών
αγελάδων, έχει ορθώσει το ανάστημά της η παραεπιστήμη, ώριμο τέκνο της ημι-
μάθειας και του λαϊκισμού. Η συνταγή επιτυχίας της είναι απλή: αλήθεια είναι ό,τι
ευχαριστεί το κοινό. Πολύπλοκα φαινόμενα παρουσιάζονται στην ασπρόμαυρη
εκδοχή τους που δεν αφήνει περιθώρια για το αναγκαίο «ίσως» και «πιθανόν»
της επιστημονικής έρευνας. Γνωστές πηγές, επιλεγμένες και αποκομμένες από τα
συμφραζόμενά τους, ανάγονται σε νέα αποκαλυπτικά ντοκουμέντα που «έθαβε»
κάποια διεθνής ανθελληνική συνωμοσία. Τα αναρίθμητα παραεπιστημονικά πε-
ριοδικά και οι φωνακλάδες τηλεπαπαρολόγοι με τις ειδικές και μοναδικές προ-
σφορές των αποκαλυπτικών βιβλίων τους φροντίζουν για τη διάδοση αυτής της
παραεπιστήμης.
Σε μια τέτοια περίοδο είναι επιτακτικό τα ζητούμενα της έρευνας στις ανθρω-
πιστικές επιστήμες να παρουσιάζονται με εύληπτο τρόπο στο ευρύτερο κοινό.
Χρειάζεται εκλαΐκευση που να μην καταντά λαϊκισμός, και κατανοητή παρου-
σίαση πολύπλοκων ερευνητικών θεμάτων που να μην εκφυλίζεται σε υπεραπλού-
στευση. Αυτή την αποστολή έχει πρώτιστα το παρόν βιβλίο: να παρουσιάσει πι-
θανές απαντήσεις και βάσιμες υποθέσεις σε σημαντικά ερωτήματα της ελληνικής
προϊστορίας και πρωτοϊστορίας: από πότε μπορούμε να μιλάμε για ύπαρξη ελ-
ληνικής γλώσσας και συνεπώς φορέων της και τί μπορούμε να υποθέσουμε για
την κοιτίδα και τις μετακινήσεις των φύλων που στους ιστορικούς χρόνους αυ-

τοπροσδιορίζονταν ως «Έλληνες». Είναι ερωτήματα που δεν επιδέχονται απλές
απαντήσεις. Αφορούν μια σκοτεινή περίοδο της προϊστορίας, που μόνο ο συνδυ-
ασμός μεθόδων και πηγών, από την ανάλυση υλικών καταλοίπων ως την εξέταση
μύθων και γλωσσικού υλικού, μπορεί κάπως να φωτίσει. Το βιβλίο είναι γραμμένο
τόσο για τον επιστήμονα όσο και για τον φοιτητή και τον μη ειδικό αναγνώστη
που είναι πρόθυμος να συμβαδίσει με τον συγγραφέα στην αναζήτηση απαντή-
σεων, γνωρίζοντας από την αρχή ότι η σοβαρή ιστορική και αρχαιολογική έρευνα
πολλές φορές προσφέρει μόνο πιθανές υποθέσεις και ερεθίσματα. Δεν αποτελεί
όμως μόνο μια τεκμηριωμένη ανάλυση των δεδομένων και κριτική αποτίμηση της
έρευνας πολλών δεκαετιών, που ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει αποκομίζο-
ντας γνώση και ιδέες. Είναι και ένα δοκίμιο για τη θέση της αρχαιολογίας στη
νεοελληνική κοινωνία.
                                        Άγγελος Χανιώτης

                                                          Πρίνστον, Νοέμβριος 2012